Οξεία Βαρεία Παραπάρεση

Γιατί; Γιατί στις περιπέτειες υγείας δεν πρωταγωνιστούν σούπερ ήρωες ούτε ο Βασιλάκης Καΐλας αλλά δεν παύουν να είναι δράματα κι όχι ταινίες δράσης που αναπτύσσονται στο διηνεκές και δεν ρίχνουν σύντομα αυλαία.

Πως κι έτσι; Οι ιστορίες είναι για να μοιράζονται.

Λευτέρης Βουτσάς
Λευτέρης Βουτσάς Δημοσιογράφος http://vworld.gr/

Ποτέ δεν μου άρεσε η παιδική χαρά ή ο παιδότοπος. Ποτέ δεν κατάλαβα την απεριόριστη χαρά των παιδιών όταν έσκαγαν με τον κώλο απ’ την τσουλήθρα στα χώματα ή βαρούσαν τα χρωματιστά μπαλάκια στα κεφάλια τους και γελούσαν. Μετά μεγάλωσα κι έγινα ο φλώρος που φορούσε την φόρμα κάτω από το τζιν και μπορούσε να ισχυριστεί πως έχει περίοδο για να γλιτώσει την γυμναστική. Από τότε είχα μεγάλη απέχθεια στα κλισέ και προτιμούσα να ξεράσω στην τούρτα των γενεθλίων μου, παρά να μου ευχηθώ υγεία πριν σβήσω τα κεράκια. Με λίγα λόγια, ενηλικιώθηκα μην έχοντας τρέξει ποτέ τόσο ώστε να λαχανιάσω και μην έχοντας αρρωστήσει ποτέ τόσο ώστε να πάρω αναλγητικό. Κι αν για σένα, η πιο σημαντική ημέρα της ζωής σου κορνιζάρεται και μπαίνει σε σκρίνιο δίπλα στην νουαζέτα, η δική μου έχει για αναμνηστικό μια τομή δεκαέξι εκατοστών και δεν είναι άλλη από εκείνη που έμαθα ξανά να περπατώ.

29 Μαρτίου 2017.

Πόρισμα: Επισκληρίδιο απόστημα πιέζει τον νωτιαίο μυελό και εμφανίζει οίδημα ενδομυελικά που προκαλεί απουσία παθολογικού σήματος.

Δυστυχώς, οι περιπέτειες υγείας δεν ξεκινούν με πορίσματα αλλά με σωματικούς πόνους κι ερωτηματικά. Γαμώτο! Εκείνος που γράφει το όνομα μου ήταν αφόρητος κι εμφανίστηκε σ’ ένα Airbnb στην Αθήνα. Δεν μ΄ άφησε να κλείσω μάτι κι είχε το θράσος να ταξιδέψει μαζί μου στην Θεσσαλονίκη. Η αυπνία μου μετρά δύο μέρες και μ΄ οδηγεί, το επόμενο πρωί, στο νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς» με την διάγνωση του γιατρού να περιγράφει πόνο ο οποίος είχε αιτία μυϊκά τραβήγματα από το γυμναστήριο -εγώ που για να κάνω δεύτερη επανάληψη έπρεπε να με κοιτάει κάποιος επίμονα στα μάτια-. Μάλιστα, με προέτρεψε να αποφύγω την ακτινογραφία γιατί -όπως είπε- δεν υπήρχε λόγος να φάω τζάμπα τόση ακτινοβολία. Τις 46 ημέρες που έμεινα στο νοσοκομείο, υποβλήθηκα σε δύο ακτινογραφίες θώρακος, τέσσερεις αξονικές τομογραφίες, πέντε μαγνητικές τομογραφίες, έναν υπέρηχο κι ένα διοισοφάγειο υπερηχοκαρδιογράφημα. Μετά από αυτή την τελευταία εξέταση μπορώ να πρωταγωνιστήσω σε ταινία με τίτλο «Το βαθύ λαρύγγι». Όλοι μιλάνε για την εξέλιξη της ιατρικής και για να δουν τι συμβαίνει στο στομάχι σου, σου περνάνε ένα πελώριο φωτιστικό γραφείου από το στόμα ενώ αναπνέεις μόνο από τη μύτη και φτύνεις σάλια σε μια χαρτοπετσέτα.

28 Μαρτίου 2017.

Μετά την διάγνωση, σιγοτραγουδάω «I’m sexy and I know it» και καταπίνω μισή καρτέλα «Norgesic» και μια χούφτα «Arcoxia» για να καταφέρω να κοιμηθώ δυο ώρες στο πάτωμα πιέζοντας την πλάτη μου σ’ ένα ταψί του φούρνου για να ανακουφίσω τον πόνο. Ξημερώνει Τρίτη και φτάνω στο φωτογραφικό στούντιο για το προγραμματισμένο promovideoτου περιοδικού που συνεργαζόμουν εκείνη την περίοδο. Το γύρισμα τελειώνει κι έχω την φαεινή ιδέα να φορέσω τα αθλητικά μου στην τουαλέτα, διαστάσεων 1×1, όπου δίχως να το γνωρίζω έμελλε να μείνω αμετακίνητος για τις επόμενες επτά ώρες. Στιγμιαία, μετατρέπομαι στον σερίφη Woody απ’ το Toy Story και τα πόδια μου κρέμονται σαν πάνινης κούκλας. Όταν καμία απόπειρα μου -όχι να σηκωθώ- αλλά ακόμη και να μετακινήσω τα ακροδάχτυλα μου, δεν πέτυχε, κατάλαβα πως ήρθε η ώρα να καλέσω ενισχύσεις. Από εκείνη της τουαλέτα, που έμαθα το μοτίβο του πλακακιού της, καλύτερα από του σπιτιού μου, πέρασε η fashion editor του περιοδικού, Μαρία Νικοπούλου, με την οποία βγάλαμε ένα άλμπουμ selfies, η Χριστίνα Κανατάκη που μας είπε να κόψουμε τις μαλακίες και να καλέσουμε ένα ασθενοφόρο -το επόμενο διαθέσιμο θα περνούσε σε πέντε ώρες- μια μαύρη χοντρή νοσοκόμα με ροζ στρίνγκ έξω από το τζιν, που φωνάξαμε από τις αγγελίες, για να ολοκληρωθεί το σουρεάλ της κατάστασης και η θεία μου, η Βούλα, η οποία, παρότι της είχα πει ότι δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν έβρισκε πάρκινγκ στο κέντρο και με πήρε τηλέφωνο να κατέβω στην Τσιμισκή.

Επτά ώρες μετά, η δημόσια υγεία με οδήγησε σε ιδιωτικό ασθενοφόρο το οποίο με άφησε σ’ ένα μικρό δωματιάκι με παραβάν στα επείγοντα του «Παπαγεωργίου», όπου με εξέτασε ο πρώτος νευρολόγος. Μέχρι εκείνη την στιγμή, είχα μεταμορφωθεί σε τέρας ψυχραιμίας που πίστευε πως η παράλυση είχε προκύψει από τις καρτέλες μυοχαλαρωτικά που είχα καταπιεί για να περάσω την νύχτα. Το πρώτο σοκ έρχεται όταν ο γιατρός με ρωτά αν έχω επίγνωση ότι έχω κατουρηθεί πάνω μου. Τον κοιτάω με ύφος «εγώ κλάνω πεταλούδες» και βάζω τα χέρια μου χαμηλά συνειδητοποιώντας από την μία πως τα παντελόνια μου έχουν γίνει δημόσιο ουρητήριο κι από την άλλη πως η παράλυση μου συμπεριλαμβάνει και τον άνω κορμό. Επιστρατεύω όλες τις τεχνικές nlp που έχω μάθει μέχρι τότε και διατηρώ την ψυχραιμία μου. Όταν ο νευρολόγος πήρε μόνος του το φορείο μου και με οδήγησε απευθείας στις ακτινογραφίες προσπερνώντας δεκάδες ηλικιωμένους που περίμεναν την σειρά τους στον προθάλαμο, ήταν η πρώτη φορά που μονολόγησα «Λευτέρη, την πουτσίσαμε». Οι ακτινογραφίες κι ο αξονικός τομογράφος δεν παρουσίασαν καμία δυσμορφία κι εγώ πρόδωσα την ανακούφιση μου πως την επομένη θα χορεύω πεντοζάλη. «Μην χαίρεσαι. Το γεγονός πως δεν βρίσκουμε κάτι σημαίνει πως έχεις κάτι εξαιρετικά σοβαρό.» με πρόλαβε ο γιατρός και με αυτή την φράση οδηγήθηκα στον θάλαμο εντατικής θεραπείας όπου συνέδεσαν καλώδια στο κορμί μου, φοβούμενοι -όπως έμαθα αργότερα- τον κίνδυνο να πάθω ανεύρυσμα και να πεθάνω στον ύπνο μου.

29 Μαρτίου 2017.

Το επόμενο πρωί, μας ξυπνούν νοσοκόμες που μας ξεγυμνώνουν και ξεκινούν να μας πλένουν με μεγάλα σφουγγάρια με σαπουνάδα. Μπορεί το σκηνικό να μοιάζει με opening τσόντας, όμως εκείνο το «καλημέρα» με σόκαρε για κάποιο λόγο όσο οτιδήποτε άλλο. Αργά ή γρήγορα, κατάλαβα πως στα νοσοκομεία αναμετριέσαι με τις ξεφτίλες σου. Ο μαγνητικό τομογράφος ανοίγει κι η σοβαρότητα της κατάστασης μου επιβάλλει να τον εγκαινιάσω. -παρεμπιπτόντως, ανακάλυψα πως έχω αλλεργία στο σκιαγραφικό και τους ξέρασα το μηχάνημα. Στο δωμάτιο μου με περιμένουν όλοι οι νευροχειρούργοι της κλινικής και χωρίς λόγια περιττά με ενημερώνουν πως έχουν εντοπίσει έναν όγκο στον νωτιαίο μυελό που είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να αφαιρεθεί αμέσως. Διατηρώ την ψυχραιμία μου που ανάγεται σε αναισθησία γιατί κανένας νους δεν χωρά αυτό που μου είχε συμβεί και για καλή μου τύχει δεν μου διαπερνά η σκέψη πως κάτι μπορεί να πάει στραβά. Για λίγα λεπτά βέβαια, διστάζω να υπογράψω το χαρτί της συγκατάθεσης μου γιατί από την μία πλευρά δεν είχε έρθει ακόμη κανένας δικός μου στο νοσοκομείο κι από την άλλη η λογική μου έλεγε πως έπρεπε να καλέσω έναν οικογενειακό μας φίλο νευροχειρούργο για μια δεύτερη γνώμη. Σε δευτερόλεπτα, ο διευθυντής της νευρολογικής μπαίνει έξαλλος στο δωμάτιο μου και με γερμανική προφορά -που δεν ξέρω από που την κληρονόμησε- μου λέει την φράση που δεν θα ξεχάσω ποτέ στην ζωή μου. «Αν δεν υπογράψεις τώρα, διάλεξε τι χρώμα θέλεις να έχει το καροτσάκι σου». Η ψυχραιμία μου πήγε περίπατο κι οι δάσκαλοι του nlp έσκισαν τα πτυχία τους. Έκλαψα με δάκρυα κανονικά κι αβίαστα. Ήταν η πρώτη φορά κι η τελευταία. Το βούλωσα, υπέγραψα, φόρεσα το πράσινο μου νάιλον και κατέβηκα στο χειρουργείο. Η τελευταία κουβέντα που θυμάμαι είναι να λέω στον αναισθησιολόγο να προσέχει την δόση του αναισθητικού γιατί έχω δει κάτι κωμωδίες που ξυπνάνε στην μέση της εγχείρησης κι εκείνος μου απάντησε πως έχει δει κάτι δράματα που δεν ξυπνάνε ποτέ. Γελάσαμε, μέτρησα από το δέκα μέχρι το οκτώ και μετά σιωπή για εξίμισι ώρες.

Από την πρώτη στιγμή που άνοιξα τα μάτια, είχα πάρει την απόφαση ότι θα αντιμετωπίσω το νοσοκομείο σαν μία παιδική χαρά ή έναν παιδότοπο. Με απεριόριστη χαρά, ανέβαινα στην τσουλήθρα κι έσκαγα με τον κώλο στα χώματα ενώ άλλες φορές γελούσα με τα χρωματιστά μπαλάκια που χτυπούσαν το κεφάλι μου. Και μετά λόγου γνώσεως σου λέω πως δεν ήταν λίγα. Οι πρώτες δεκαπέντε μέρες περνούν και κανείς δεν παίρνει την ευθύνη να μου πει αν θα περπατήσω ξανά. Μοιράζομαι το δωμάτιο με άλλους τρεις ασθενής. Ανήμπορος, βλέπω τους ηλικιωμένους προσωρινούς συγκατοίκους μου να βγαίνουν στο προαύλιο για τσιγάρο κι εγώ δεν μπορώ να γυρίσω πλευρό. Οι νοσοκόμες με τα σφουγγάρια, οι πάνες ενηλίκων και τα βρώμικα σεντόνια γίνονται συνήθεια κι εγώ είμαι είκοσι χρονών.

4 Απριλίου 2017.

Πόρισμα: Μετεγχειρητική κατάσταση μετά από εξαίρεση επισκληρίδιου εμπυήματος. Οίδημα και ρύπανση του υποδόριου λίπους στην ΘΜΣΣ. Οπίσθια πεταλεκτομή και μετεγχειρητικές αλλοιώσεις. Εξάλειψη πίεσης στον νωτιαίο μυελό. Παρουσία ήπιου ενδομυελικού οιδήματος.

Μεγάλη πρόοδος. Μπορώ και κουνάω μονοκόμματα τα πόδια μου και φοράω κηδεμόνα -μια στολή με σίδερο στην πλάτη που κρατά τους ώμους όρθιους- όταν ανασηκώνομαι στο κρεββάτι. Η πρώτη απόπειρα να μάθω ξανά να περπατώ με βρίσκει ανάμεσα από δυο φυσιοθεραπευτές που με κρατούν από τους ώμους κι εγώ βαράω τις πατούσες μου στο πάτωμα. Με τέτοια σιγουριά βαδίζουμε, πως ό,τι έχουμε μας ανήκει, που ποτέ μέχρι τότε ο αυθορμητισμός της κίνησης δεν μου είχε επιτρέψει να συνειδητοποιήσω πως οι φτέρνες μας χτυπούν πρώτες το έδαφος πριν ακολουθήσει το υπόλοιπο πέλμα. Ο χρόνος που είχα να σκεφτώ μου περίσσευε, κι έτσι κατέληξα στην φιλοσοφία μου πως, αν η ζωή ξεκινά όταν μαθαίνουμε να κάνουμε τα πρώτα μας βήματα, μου δόθηκε η ευκαιρία να αναγεννηθώ. Έτσι βάδισα στο μέλλον…

Εκείνες τις ημέρες, ξεκίνησα να κινούμαι στην κλινική με το αναπηρικό αμαξίδιο. Οι δικοί μου θεωρούσαν μεγάλη γρουσουζιά την άνεση που είχα αναπτύξει στην οδήγηση, εγώ όμως είχα πάρει την απόφαση πως θα είμαι καλά είτε περπατήσω ξανά είτε όχι. Έναν μήνα μετά, οι ρόδες μου βγαίνουν για πρώτη φορά από την κλινική και βλέπουν τον ήλιο στο προαύλιο. -από εκείνη την ημέρα είναι και το στιγμιότυπο της ανάρτησης-. Οι τελευταίες μέρες στο νοσοκομείο είναι κι οι πιο δύσκολες. Ο εγκλεισμός έχει αρχίσει και μου την δίνει στα νεύρα, τα χέρια μου έχουν μελανιάσει από τα τρυπήματα και στις κατεστραμμένες φλέβες μου νιώθω κάθε σταγόνα του ορού να με καίει.

 

11 Μαΐου 2017.

Διάγνωση. Οξεία βαρεία παραπάρεση, επισκληρίδιο εμπύημα θωρακικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, πεταλεκτομία, αφαίρεση συλλογής. Μετεγχειρητικά υπολειμματική παραπάρεση. Χρήζει να φέρει θωρακοσφυικό κηδεμόνα τύπου Taylor επί τρίμηνο.

Ακόμη κι όταν πήρα το πολυπόθητο εξιτήριο μετά από 46 ολόκληρες μέρες, δεν ήξερα ακόμη αν θα καταφέρω να περπατήσω ξανά χωρίς υποστήριξη. Εκείνο το καλοκαίρι, πέρασε με καθημερινές φυσιοθεραπείες κι έναν κηδεμόνα που δεν μπορούσα να βγάλω από πάνω μου, παρότι έβραζε ο τόπος. Για δύο εβδομάδες και κάτι, μετακινούμουν με το αναπηρικό μου αμαξίδιο κι από την προνομιακή μου θέση έχω να σου δώσω πολλές εξηγήσεις γιατί οι άνθρωποι με κινητικά προβλήματα προτιμούν να μένουν σπίτι. Το δικό μου βρισκόταν στην Άνω Πόλη κι η συναισθηματική και ψυχολογική κόπωση που απαιτούσε μια βόλτα στο κέντρο μ΄ έβαζε στον πειρασμό ν΄ αφήσω τις ρόδες μου να τσουλήσουν αφ’ εαυτού τους επί της Αγγελάκη μέχρι να βουτήξω στον Θερμαϊκό. Με μπαστούνι κινήθηκα για ένα τετράμηνο κι οφείλω να σου εξομολογηθώ πως τα πράγματα κι εκεί δεν είναι πολύ ευκολότερα. Υπάρχει λόγος που δεν βλέπεις ανθρώπους με κινητικές δυσκολίες κι αναπηρικά αμαξίδια στον δρόμο. Ζούμε σε πόλεις φτιαγμένες αποκλειστικά για «κανονικούς» ανθρώπους. Δεν θα ξεχάσω τα χαντάκια στους δρόμους που σκάλωνε το καρότσι μου. Ούτε την απαξίωση της υπαλλήλου στα Starbucks, όταν μου έδειξε την τουαλέτα στον πρώτο όροφο με τις σκάλες, που με έκανε να θέλω να ανέβω στον γκισέ και να την κατουρήσω στα μούτρα. Πόσο μάλλον, τον τύπο που χτύπησα στα πλευρά με το μπαστούνι μου όταν μου το πήρε σβάρνα και δεν γύρισε καν να με κοιτάξει. Παρεμπιπτόντως περπατάω, κι αυτό το ανακάλυψα όταν μια μέρα γύρισα σπίτι και συνειδητοποίησα πως είχα ξεχάσει το μπαστούνι μου στο κέντρο αποκατάστασης.

Όσο κοινότοπο κι αν ακουστεί, για μένα, που σου είπα πως απεχθάνομαι τα κλισέ, από την αναπαυτική θέση του ημί-happyend μου, θα σου εξομολογηθώ πως η πιο καθοριστική ημέρα της ζωής μου ήταν ό, τι καλύτερο μου έχει συμβεί. Δύο χρόνια μετά, έχω έναν μόνιμο πόνο στην πλάτη και στην αριστερή πλευρά της κοιλιάς μου και μια τομή μεγαλύτερη από την παλάμη μου που ξεκίνησε κάτω από τον αυχένα και κοντεύει να φτάσει πάνω από τον κώλο. Δυο χρόνια μετά, εμφανίζω όλα μου τα συμπτώματα όταν κουράζομαι, έχω συχνές αστάθειες κι ενίοτε περπατάω σαν μεθυσμένος. Δυο χρόνια μετά, νιώθω ευγνωμοσύνη για τις απώλειες και τους πόνους που μου υπενθυμίζουν να νιώθω αυτοπεποίθηση και πληρότητα μόνο και μόνο γιατί περπατάω. Δυο χρόνια μετά, αγαπώ το σώμα μου περισσότερο από ποτέ, παραμένω φλώρος κι ενίοτε φοράω την φόρμα πάνω από το τζιν. Δύο χρόνια μετά, εύχομαι υγεία, πριν από οτιδήποτε άλλο, όταν φυσώ τα κεράκια της τούρτας μου, λαχανιάζω δίχως να μπορώ να τρέξω και παίρνω αναλγητικά χωρίς ν΄ αρρωστήσω. Δυο χρόνια μετά, δεν παύω να είμαι εγώ, όμως, με γουστάρω περισσότερο.

Γιατί; Γιατί οι περιπέτειες υγείας δεν γίνονται blockbusters αλλά ο πρωταγωνιστής φέρει τις απώλειες του για παράσημα.

Πως κι έτσι; Για να μπορώ να κοιτάξω στα μάτια όσους μου έχουν πει και θα μου πουν την ιστορία τους.

 

Feature Photo by Masaaki Komori on Unsplash

 

*To κείμενο του Λευτέρη αποτελεί αναδημοσίευση απ’ το blog του #VWorld το οποίο μπορείς να διαβάσεις εδώ