Όλα τα πρωινά του κόσμου

Η πόρτα έκλεινε βαριά κάθε μέρα στις 6 το πρωί σκοτάδι έξω. Ο πατέρας έφευγε για το μεροκάματο, ήταν εργάτης τότε σε εργολαβίες δρόμων. Δεν έχανε μεροκάματο για να μας μεγαλώσει. Εγώ γυμνάσιο είχαν αυξηθεί τα έξοδα, είχε ανοίξει και το πρώτο ωδείο στη γειτονιά και ήθελα μαθήματα κιθάρας. Ήθελα και το πρώτο μου τζιν Levis από τη Χρυσοστόμου Σμύρνης και τα πρώτα ellesse.

Publisher: Έλσα Ποιμενίδου

Φθινόπωρο να πάω στο σχολείο με ωραία ρούχα και παπούτσια. Πάλι στις 6 ξυπνάει έρχεται να πάρει τον μικρό να τον πάει σχολείο είναι η ιεροτελεστία του πρωινού που την χαίρονται οι δυο τους.

Σήμερα ήταν στεναχωρημένος, πέθανε μια γειτόνισσα μας κοντά στα 60, η γειτονιά αδειάζει. Στεναχωρέθηκα και εγώ. Ήταν η πιο όμορφη της γειτονιάς στα νιάτα της.

Τον χειμώνα στους δρόμους άναβαν φωτιά σε βαρέλια με ξύλα για να ζεσταίνουν τα χέρια τους και να συνεχίσουν το σκάψιμο σε εργασίες σε όλους τους κεντρικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης. Δεν αρρώστησε ούτε μια φορά όσο δούλευε στους δρόμους. Λες και τα μικρόβια δεν έπιαναν στον οργανισμό του.

Μια χρονιά, Μεγάλη Εβδομάδα ήταν συνέβη ένα εργατικό ατύχημα. Μας ειδοποίησαν ότι χώματα είχαν καταπλακώσει τον μπαμπά μου στο δρόμο και φύγαμε κλαίγοντας. Τα χώματα τον σκέπασαν μέχρι τον λαιμό. Στάθηκε τυχερός υπέστη κατάγματα μόνο στα πλευρά και κάτι άλλες φθορές. Εκείνο το Πάσχα το περάσαμε στο νοσοκομείο Άγιος Παύλος ήταν από τα πιο ωραία που θυμάμαι. Οι τέσσερις μας στο δωμάτιο και ο μπαμπάς ακίνητος για μέρες.

Είχε και τα τυχερά της αυτή η δουλειά. Έβρισκαν κομμάτια από αρχαιολογικούς θησαυρούς τα παρέδιδαν βέβαια στην αρχαιολογία. Ήταν οι πρώτοι που τα έβγαζαν στο φως μετά από αιώνες που ήταν θαμμένα στο χώμα. Μια χρονιά άλλαξε δουλειά εγώ νόμιζα ότι βαρέθηκε τους δρόμους. Πήγε βοηθός προμηθειών σε ένα πολύ γνωστό εστιατόριο στην πλατεία Ελευθερίας που έχει κλείσει πια. Το πόστο του ήταν στο υπόγειο. Φως δεν έβλεπε.

Εγώ τότε ήμουν στην εφηβεία και έμενα στα δικά μου σκοτάδια με την πόρτα του δωματίου μονίμως κλειστή. Ήταν όμως και η εποχή που είχα αρχίσει τις βόλτες μόνη μου στο κέντρο, κατέβαινα από τα Κάστρα με τα πόδια και επέστρεφα με το λεωφορείο 23. Όσο περίμενα το αστικό εκεί στην Καλαποθάκη χτυπούσα καμιά φορά την πόρτα και ανέβαινε από το υπόγειο να με δει. Τα λέγαμε λίγο και επέστρεφε στο πόστο του.

Μετά από πολλά χρόνια έμαθα ότι η δουλειά αυτή τον έπνιγε ότι αναγκάστηκε να πάει και ότι μόνο στους δρόμους ένιωθε ελεύθερος. Και επίσης μετά από πολλά χρόνια κατάλαβα ότι και εγώ μόνο στους δρόμους νιώθω ελεύθερη. Όταν έμεινα άνεργη έψαχνα οποιαδήποτε δουλειά όπως όλοι. Έκανα μεταξύ άλλων ένα δοκιμαστικό σε επώνυμο κατάστημα με πολυτελή ρούχα για θέση υπαλλήλου στη ρεσεψιόν. Έπρεπε να είμαι όρθια, ακίνητη για ώρες και να μιλάω μόνο στο τηλέφωνο. Τα χρήματα ήταν καλούτσικα. Έκατσα 8 ώρες και έφυγα κλαίγοντας. Βγήκα έξω και ανέπνευσα οξυγόνο είχε νυχτώσει πια και είχε μπει για τα καλά ο Φλεβάρης.