Argo | Μία «κατασκευασμένη» ταινία για μία αληθινή ιστορία…

Ιωάννα Δανδέλια

Είναι κακοί οι ισλαμιστές; Έχουν κατασκόπους οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και πως αντιδρούν οι υπηρεσίες τους όταν βρεθούν «εγκλωβισμένες» σε ένα κατά τα άλλα «ασφαλές» κλουβί με ημερομηνία λήξης; Μην μπερδευτείτε. Δεν είναι ούτε μία ταινία κατασκοπίας ούτε μία ταινία με τον κατά τα άλλα συμπαθή – αλλά όχι για όσκαρ ερμηνείας – Ράμπο (Σιλβέστερ Σταλόνε). Τα ερωτήματα με τα οποία ξεκινά το κείμενο αυτό απαντώνται στη νέα ταινία του ταλαντούχου – κατά το έργο του – Ben Affleck.

Ιωάννα Δανδέλια

 

 

 

Η Argo δεν είναι τίποτε άλλο από μία καλογυρισμένη αμερικανική ταινία με ατμόσφαιρα κατασκοπικού θρίλερ και αρκετές δόσεις περιπέτειας και αγωνίας που θυμίζει όμως έντονα, κυρίως, λόγω της κινηματογραφικής ματιάς του σκηνοθέτη, ένα ντοκιμαντέρ. Ο Ben Affleck αναλαμβάνει για μία ακόμη φορά το διττό ρόλο σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή. Στο πλευρό του, στο επιτελείο της παραγωγής, ο George Clooney, που φαίνεται πως πλέον ποντάρει μόνο στα σίγουρα άλογα και στις υψηλές αποδόσεις… Η χρύση σφαίρα που ήδη κέρδισε για τη σκηνοθεσία ίσως είναι ένας οιωνός για τις 7 υποψηφιότητες, μεταξύ των οποίων και αυτή της καλύτερης ταινίας, στην 85η απονομή των Όσκαρ.

Η ιστορία αληθινή και ίσως γνωστή σε κάποιους. Επαναστάτες στο Ιράν καταλαμβάνουν την αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη, το Νοέμβριο του 1979, ως αντίποινα για το άσυλο που προσφέρουν στον εξόριστο και φυγά Σάχη οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Το κουβάρι της ιστορίας ξετυλίγεται σε δύο επίπεδα, αφού την ώρα που η ομηρία των υπαλλήλων της πρεσβείας βρίσκεται σε εξέλιξη, η CIA καλείται να «εφεύρει» έναν τρόπο διαφυγής 6 υπαλλήλων που πρόλαβουν μεν να ξεφύγουν από το μένος των επαναστατών και να ζητήσουν άσυλο στην πρεσβεία του Καναδά, αλλά τώρα πια θα πρέπει να μείνουν κρυμμένοι εκεί μέχρι να τους απεγκλωβίσει με κάποιο μέσο η κυβέρνησή τους. Τα σχέδια που πέφτουν στο τραπέζι των συζητήσεων δεν είναι πολλά και διόλου ευρηματικά όπως διαπιστώνουμε ως θεατές. Παράλληλα, ο χρόνος μετράει αντίστροφα αφού οι επαναστάτες αναδομώντας τις κατεστραμμένες λίστες με τα ονόματα των υπαλλήλων της πρεσβείας σύντομα θα ανακαλύψουν ότι τους λείπουν 6 άτομα και θα τα αναζητήσουν.

Ο Tony Mendez (Ben Affleck), βετεράνος πράκτορας της CIA σε τέτοιου είδους αποστολές, εμπνέεται την ιδέα «αποστολής» στο Ιράν ενός κινηματογραφικού συνεργείου, που αναζητά το ιδανικό σκηνικό για μια ταινία επιστημονικής φαντασίας παρόμοια με αυτή του “Πλανήτη των Πιθήκων” που παρακολουθεί ένα βράδυ με το γιο του. Φυσικά, τίποτα δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαίνεται, ακόμα και για τις μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α. Η πρόταση του Mendez αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, αν και χωρίς αντίπαλο, αφού το στρατιωτικό κλάστερ της υπηρεσίας βλέπει ως μόνη λύση την άμεση στρατιωτική επέμβαση με αδιευκρίνιστο αριθμό θυμάτων και εξέλιξη στο σενάριο της. Ο Mendez όμως, πιστεύει στην ιδέα του – όσο τρελή και αν ακούγεται – και μαζί του και εμείς οι θεατές που τον ακολουθούμε σε κάθε του βήμα με πάθο, θα μπορούσα να πω και εμμονή (το καταφέρνει αυτό ο Affleck, όταν θέλει, σε παίρνει μαζί του…).

Ο ήρωας καταφέρνει να δημιουργήσει κινηματογραφικό στούντιο και εταιρεία παραγωγής, να έχει στο πλευρό έναν έμπειρο παραγωγό (Alan Arkin – υποψήφιος για βραβείο β’ ανδρικού ρόλου, στην πραγματική ιστορία αμφισβητείται η ύπαρξη του!) που τον πείθει να στήσει μία ταινία που ποτέ δεν θα προβληθεί και ούτε καν θα γυριστεί και μαζί με έναν χειριστή κάμερας και τον απαραίτητο εξοπλισμό βρίσκεται στο Ιράν και μέσα ένα εκρηκτικό κλίμα, καταφέρνει να ξεγελάσει τους επαναστάτες και να επιστρέψει με τους αμερικανούς διπλωμάτες στην πατρίδα του, γράφοντας έτσι τη δική του σελίδα στην ιστορία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Μία σελίδα βέβαια που δεν διαβάστηκε μέχρι και το 1997, όταν του αναγνωρίστηκε το μετάλλιο που έλαβε για αυτή του τη δράση, αφού μέχρι τότε η Καναδική κυβέρνηση είχε όλα λάβει όλα τα εύσημα για τον απεγκλωβισμό των έξι υπαλλήλων της αμερικανικής πρεσβείας από την Τεχεράνη.

Η ταινία μπορεί να θυμίζει ένα ακόμη εγκώμιο για τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, τις οποίες βέβαια σε κάποιες σκηνές απογυμνώνει από το δέος και την υπέρμετρη μισαλλοδοξία που τις διακρίνει, δεν παύει όμως να αποτελεί για τους θεατές μία πολύ καλή ευκαιρία για να επισκεφτούν τις κινηματογραφικές αίθουσες.

Το σενάριο βρίσκεται μονίμως σε μία κατηφόρα και τρέχει με πολύ γρήγορους ρυθμούς, χωρίς όμως αυτό να κουράζει τους θεατές, η διαρκής αγωνία και οι – κατά τα φαινόμενα – συνεχείς ανατροπές κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι και το τελευταίο λεπτό της ταινίας. Όσο και αν κάποιος θέλει ή δεν θέλει να υποστηρίξει την «αμερικανική» εκδοχή της έξυπνης και καλά κρυμμένης μηχανής των μυστικών υπηρεσιών των Η.Π.Α., θα αναφωνήσει σίγουρα για τον ηθοποιό και ενορχηστρωτή του έργου στο οποίο πρωταγωνιστεί: «Μπράβο, Ben, καλά τα κατάφερες πάλι…».