Άρθρο δημοσιογραφίας δεδομένων | Ατμοσφαιρική ρύπανση: Το πρόβλημα αιωρείται

About

Μπορεί ένας δημοσιογράφος να συνεργαστεί με έναν μαθηματικό με απώτερο σκοπό να δημιουργήσουν από κοινού ένα δημοσιογραφικό κείμενο, το οποίο περιλαμβάνει χρήσιμα στοιχεία και συμπεράσματα που αξίζουν δημοσίευσης; Μπορεί! Το παρακάτω άρθρο το οποίο δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του 1ου Greek Data Expedition με στόχο τη δημιουργία άρθρων που εντάσσονται στην κατηγορία της δημοσιογραφίας δεδομένων είναι μια πρώτη απόπειρα!

Storytellers: Μαρία Ζαμπέτη, Μαρία-Άννα Τανάγια
Στατιστική επεξεργασία/οπτικοποιήσεις: Γεώργιος Αργύρης, Κωνσταντίνος-Βασίλειος Καρυώτης, Νεόφυτος Μπουφίδης, Παναγιώτης Παρίσης

Φωτογραφία: © DKAR Images/Tetra Images/Corbis

Οι μετρήσεις των ατμοσφαιρικών ρύπων που βρίσκονται στη διάθεση του κοινού μέσω της ιστοσελίδας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής σκιαγραφούν το… θολό τοπίο και μας βάζουν σε… ατμόσφαιρα περισυλλογής. Κατά πόσο έχει βελτιωθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση την τελευταία οκταετία και κατά πόσο οι ενέργειες για βελτίωσή της αποτελούν λόγια του… αέρα;

«Γιατί όλοι φοβούνται και μισούν τους οικολόγους και τους περιβαλλοντολόγους; Διότι ως ένα βαθμό πάντα έχουν ν’ ανακοινώσουν κάτι νέο στο κοινό και μάλιστα αυτό το νέο είναι πάντα ανησυχητικό», ισχυριζόταν ο διάσημος οικολόγος Garrett Hardin, ο οποίος στην περίφημη θεωρία του «η τραγωδία των κοινών» εφιστούσε την προσοχή σχετικά με τις αθώες ενέργειες των μεμονωμένων πολιτών, οι οποίες αθροιστικά μπορούν να επιβαρύνουν το περιβάλλον.

Τι το ανησυχητικό μπορεί να διακρίνει κανείς συγκεντρώνοντας όλες τις μετρήσεις ρύπων της ατμόσφαιρας από την ιστοσελίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής; Και για να γίνει πιο συγκεκριμένο το ερώτημα: Τι συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε εάν συγκεντρώσουμε τις μετρήσεις που έχουν καταγράψει οι σταθμοί της χώρας μας από το 2005 έως το 2012 σχετικά με τις συγκεντρώσεις του διοξειδίου και μονοξειδίου του αζώτου, του μονοξειδίου του άνθρακα, του όζοντος και του διοξειδίου του θείου;

Το μη χείρον, βέλτιστον;
Την τελευταία οκταετία δεν υπάρχουν σημαντικές αυξομειώσεις στις τιμές των ρύπων της Αθήνας, αλλά ούτε και της Θεσσαλονίκης. Ως εκ τούτου, το πρώτο εύλογο συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε είναι πως ο αέρας που αναπνέουμε δεν έχει επιβαρυνθεί με την πάροδο των χρόνων στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας. Μπορεί, ωστόσο, αυτό να μας καθησυχάσει; Μια πιο διεξοδική ματιά στα δεδομένα των μετρήσεων και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει βελτίωση της ατμόσφαιρας, παρά τις όποιες «πράσινες» και «αειφόρες» ενέργειες λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα είναι ενδεικτική της κατάστασης.

Η υψηλή συγκέντρωση επικίνδυνων για την υγεία ρύπων όπως το διοξείδιο του αζώτου –το οποίο συνδέεται άμεσα με αναπνευστικά προβλήματα- θα πρέπει να μας απασχολήσει, καθώς σε πολυπληθείς δήμους όπως η Αθήνα, το Περιστέρι, ο Πειραιάς, η αθηναϊκή Αριστοτέλους και η περιοχή της Γεωπονικής, οι ετήσιες τιμές ξεπερνούν κατά πολύ το όριο που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση βάσει της οδηγίας για την ποιότητα του αέρα του 2008.

Αξίζει να σημειωθεί πως το διάστημα 2009 έως 2012 παρατηρείται μείωση μικρής τάξης της εμφάνισης του συγκεκριμένου ρύπου τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Θεσσαλονίκη, σε αργό και μη ικανοποιητικό βαθμό. Δεδομένου του ότι το διοξείδιο του αζώτου εκπέμπεται κυρίως από τα αυτοκίνητα θα μπορούσε κανείς να συνδέσει αυτή τη μείωση με την αντίστοιχη μείωση κυκλοφορίας των αυτοκινήτων (τη στιγμή που πολλοί συμπολίτες μας έχουν καταθέσει τις πινακίδες των οχημάτων τους, ενώ παράλληλα σημειώνεται μία κατακόρυφη πτώση στην αγορά νέων αυτοκινήτων). Ακόμα κι αυτό το θετικό «πρόσημο», ωστόσο, πόσο θετικά μπορεί ν’ αντιμετωπιστεί όταν αποτελεί μια συγκυριακή απόρροια της κρίσης και όχι το αποτέλεσμα μιας συντονισμένης προσπάθειας από την πολιτεία;

Οι περιοχές που «αγκομαχούν»
Τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από την ιστοσελίδα του ΥΠ.Ε.Κ.Α. επαληθεύουν τις προβλέψεις: Οι πυκνοκατοικημένες κεντρικές περιοχές αντιμετωπίζουν σοβαρότατο πρόβλημα εξαιτίας της επιβαρυμένης ατμόσφαιρας, σε αντίθεση με τα προάστια τα οποία προσφέρουν ακόμη καθαρό αέρα στους κατοίκους τους.

Όσον αφορά στην Αθήνα, ως οι «περιοχές με το μεγαλύτερο πρόβλημα» αναδεικνύονται το κέντρο της Αθήνας, τα Πατήσια και ο Πειραιάς, στις οποίες παρατηρούνται υψηλές συγκεντρώσεις μονοξειδίου του αζώτου, του μονοξειδίου του άνθρακα, του όζοντος, ενώ μείωση παρατηρείται μόνο στις εκπομπές του διοξειδίου του θείου. Χαρακτηριστικά, η κατάσταση επιδεινώνεται τους χειμερινούς μήνες (κυρίως Νοέμβριο και Ιανουάριο), πιθανότατα εξαιτίας των αναγκών θέρμανσης και των εναλλακτικών μορφών που επιλέγουν οι κάτοικοι, ενώ η περιοχή των Πατησίων αναδεικνύεται «πρωταθλήτρια» σε όλες σχεδόν τις μετρήσεις. Αντίθετα, καθαρότερη ατμόσφαιρα, συγκριτικά με το κέντρο της Αθήνας, προσφέρουν τα προάστια της πρωτεύουσας Θρακομακεδόνες, Αγία Παρασκευή και Λιόσια, καθώς αναδεικνύονται ως οι περιοχές με τις χαμηλότερες μετρήσεις ρύπων.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στη Θεσσαλονίκη, με το ιστορικό κέντρο και το Κορδελιό να διατηρούν τα «σκήπτρα» της ρύπανσης και το Πανόραμα να αντιστέκεται «σθεναρά» στους ρύπους χάρη στην αναζωογονητική ανάσα που του προσφέρει το Σέιχ Σου (έχοντας ιδιαίτερα χαμηλές τιμές οξειδίων του αζώτου).

Το πρόβλημα «αιωρείται»
Ένα ακόμα πολύ σημαντικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τα δεδομένα του ΥΠ.Ε.Κ.Α. αφορά στα αιωρούμενα σωματίδια, τα οποία όπως αναφέρει η GreenPeace αποτελούν έναν παρεξηγημένο και παραμελημένο ρύπο. Όπως αναφέρεται σε έκθεση της περιβαλλοντικής οργάνωσης: «Δεκάδες έρευνες σε όλο τον κόσμο ενοχοποιούν τα μικροσωματίδια όχι μόνο για αύξηση της θνησιμότητας, αλλά και για σημαντικές μακροχρόνιες βλάβες στην υγεία. Επί χρόνια, υπήρχε μία σύγχυση σχετικά με τη φύση και την επικινδυνότητα των σωματιδίων, απόδειξη ότι οι διάφοροι σταθμοί μέτρησης μετρούσαν διαφορετικές παραμέτρους (άλλοι μετρούσαν π.χ. καπνό, άλλοι τα ολικά αιωρούμενα σωματίδια, γνωστά ως TSP)».

Πιο επικίνδυνα χαρακτηρίζονται τα σωματίδια με μικρή διάμετρο (ονομάζονται PM10), αλλά και τα σωματίδια PM 2.5 (με διάμετρο 2.5 mm). Μάλιστα, έρευνες δείχνουν πως μια ενδεχόμενη αύξηση των PM 10 μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της θνησιμότητας κατά 1%, όπως παρατηρεί στην έκθεσή της η Greanpeace. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο τίθενται στο επίκεντρο μετρήσεων και ερευνών παγκοσμίως.

Θα περίμενε κανείς ένας τόσο «επικίνδυνος» ρύπος να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ερευνητών και να μετράται ενδελεχώς, τη στιγμή που καταγράφονται σημαντικές υπερβάσεις των ορίων σε περιοχές όπως το κέντρο της Θεσσαλονίκης (Αγίας Σοφίας), το Κορδελιό, η Σίνδος, το Πανόραμα, ο Πειραιάς και η Λάρισα. Ωστόσο, παρατηρείται πως υπάρχουν μόνο 3 σταθμοί μέτρησης για το σωματίδιο PM 2.5 (σε Αγία Παρασκευή, Λυκόβρυση και Πειραιά), ενώ λιγότεροι από τους μισούς σταθμούς πανελλαδικά πραγματοποιούν μετρήσεις για το σωματίδιο PM (μόλις 12 από τους 27), σύμφωνα τουλάχιστον με τα στοιχεία που δημοσιοποιεί το Υπουργείο.

Αντίστοιχη «θολή» εικόνα –λόγω έλλειψης μετρήσεων- έχουμε και για τις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας, καθώς στοιχεία υπάρχουν μόνο για την Πάτρα (στην οποία παρατηρείται μείωση μονοξειδίου του άνθρακα και μονοξειδίου του αζώτου), τη Λάρισα και την κωμόπολη Αλίαρτος της Βοιωτίας.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία των μετρήσεων, η λύση του προβλήματος των ατμοσφαιρικών ρύπων μοιάζει να βρίσκεται ακόμη μακριά και κρίνοντας από τις δυνατότητες των σταθμών, τα μέτρα που έχουν παρθεί από το κράτος είναι τουλάχιστον ανεπαρκή. Έχοντας στο φόντο την οικονομική κρίση να επιβαρύνει με το δικό της τρόπο και το κόστος της υγείας να έχει μπει σε δεύτερη μοίρα, η… αποκέντρωση και η επιστροφή στο φυσικό περιβάλλον φαντάζει ως τουλάχιστον μια προσωρινή ελπίδα.

Info
Περισσότερες πληροφορίες για τη δημοσιογραφία δεδομένων και για το εγχείρημα του OKF Greece θα βρεις εδώ!