Εφημερία Ιπποκρατείου | Στον πλανήτη «χάπι» κανείς δεν κλείνει μάτι

 

Mαρία-Άννα Τανάγια

«Πίστευα πως Κυριακή, μέσα Ιουλίου, μ’ όλη την πόλη άδεια, θα είστε πιο ήρεμα».

«Τρελάθηκες; Είμαστε το μόνο νοσοκομείο που εφημερεύει σ’ όλη τη Βόρεια Ελλάδα. Έρχεται κόσμος ακόμα κι από Πτολεμαΐδα και Κοζάνη»,  μου λέει σε πανικόβλητη κατάσταση ο γιατρός μετρώντας μου την πίεση ως καλωσόρισμα στο Ιπποκράτειο. Η φαεινή μου ιδέα να πάω στο νοσοκομείο μπορεί να μην έλυσε το πρόβλημα έντονου κνησμού τον οποίο φεσώθηκα απ’ το Σάββατο το βράδυ, μου έδωσε όμως την ευκαιρία να ζήσω εκ των έσω μια τυπική εφημερία νοσοκομείου μέσα στο κατακαλόκαιρο.

Mαρία-Άννα Τανάγια

 

Φαγούρα. Απελπιστικά έντονη φαγούρα και μικρά κόκκινα σημαδάκια. Αλλιώς, ο πιο απρόσκλητος επισκέπτης που θα περίμενες να σου έρθει κυριακάτικα μες το λιοπύρι. Αντιπαρέρχομαι το γεγονός ότι όταν ευχόμουν «τι καλά να ξύνομαι όλο το καλοκαίρι και να μην κάνω τίποτα» δεν το εννοούσα κυριολεκτικά και μετανιώνω την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισα να μπω στο Ιπποκράτειο. Χαμός. Κόσμος παντού. Δεν υπάρχει τετραγωνικό εκατοστό που να είναι ακάλυπτο. Άλλοι στις καρέκλες, άλλοι σε κρεβάτια, όλοι με ένα χαρτάκι. Περνάω απ’ τη «Διαλογή», μου μετρούν πίεση, πάω στο κέντρο εξυπηρέτησης, παίρνω μια σειρά αυτοκολλητάκια με το όνομα και το ΑΜΚΑ μου και οδηγούμαι στο θάλαμο βραχείας νοσηλείας.

Οι κινήσεις άμεσες, ο χρόνος αναμονής μηδαμινός. Έχω μπροστά μου δύο ορούς και περίπου δύο ωρίτσες για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Και όσο περιμένω παρατηρώ τι γίνεται γύρω μου. Δέκα κρεβάτια, ένας νοσηλευτής.  «Οne man show»: Μόλις μου περνά την «πεταλούδα»,  στρώνει το διπλανό άδειο κρεβάτι με ένα τεράστιο χαρτί (υποθέτω πως τα σεντόνια είναι πολυτέλεια),  υποδέχεται έναν ακόμα ασθενή,  περνά τα στοιχεία στο βιβλίο του νοσοκομείου, φωνάζει την επιμελήτρια να εξετάσει τη νέα άφιξη, επιστρέφει με νέο ορό και αφιερώνει κάποια νανοσεκόντ για να πιει μισή γουλιά καφέ και λίγο νερό. Και επαναλαμβάνει ευλαβικά την ίδια διαδικασία για όσες φορές χρειαστεί.

Στο μεταξύ, ο θάλαμος βραχείας νοσηλείας είναι τρομερό hot spot και δεν σταματάμε να υποδεχόμαστε νέο κόσμο. Ξαπλώνω ακόμα πιο αναπαυτικά και παρακολουθώ:

  • Την προσπάθεια της γιατρού να μαντέψει τι έχει ο συμπαθέστατος ασθενής:

«-Τι έχετε;

-Τίποτα, μια αδιαθεσία.

-Παίρνετε χάπια για την πίεση;

-Ναι, είναι σ’ ένα κόκκινο κουτάκι.

-Έχετε νοσηλευτεί ξανά σε νοσοκομείο;

-Ναι, ναι πολλές φορές.

-Έχετε μαζί σας τις εξετάσεις;

-Όχι βέβαια, τις πετάω»

(Ύστερα από μισή ώρα και πολλές απέλπιδες προσπάθειες της γιατρού με την ιώβεια υπομονή, ο κύριος πείθεται ότι πρέπει να κάνει εισαγωγή, παρόλο που δε θέλει «γιατί δεν μπορώ τους γιατρούς».)

 

  • Την προσπάθεια άλλης γιατρού να βγάλει άκρη με τρέντι γιαγιά που έπεσε, τη μάζεψε το ασθενοφόρο και ξύπνησε στο Ιπποκράτειο.

-Πού μένετε;

-(Λέει διεύθυνση)

-Πώς το πάθατε;

-Εκεί που περπατούσα έπεσα, δώσ’μου ΤΩΡΑ αντισηπτικό.

-Πάσχετε από κάτι;  (της δίνει)

-Δεν έχω τίποτα (βγάζει δικά της αντισηπτικά μαντηλάκια). ΠΕΙΝΑΩ.

-Ωραία, φάε ένα γιαουρτάκι και απάντησέ μου (την ρωτάει προσπαθώντας μάταια να μαζέψει το ιστορικό της).

-Είσαι γλωσσού. Με ζάλισες. ΤΙ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΤΕ;

-Μη μου εκνευριστείς, αλλά θα πάμε για αξονική.

-Δεν μπορώ, θ’ ανησυχεί η μητέρα μου, την έχω αφήσει σπίτι μόνη της. Μια φορά είχα πάει στο Παπαγεωργίου…

-Α! Γιατί νοσηλευτήκατε στο Παπαγεωργίου (προσπαθώντας ξανά για το ρημάδι το ιστορικό)

-Α είσαι και γλωσσού και ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΑ.

Στο μεταξύ, έρχεται ένας παππούς με ανοιγμένο κεφάλι (αλλά ο γιος του δεν έχει καταλάβει ότι έπεσε και χτύπησε), ένας άλλος γιος δεν είναι ακριβώς σίγουρος αν η μητέρα του έχει βγάλει τη μήτρα της κι εγώ οδηγούμαι σε άλλο θάλαμο να βγάλω τη ρημαδοπεταλούδα.  Ο γιατρός μόλις οδηγεί στην έξοδο μια κυρία με τη βαλίτσα της και σχολιάζει σε συνάδελφο «η κυρία είναι για εισαγωγή, έχει έρθει με την προίκα της, εμένα τι μου την φέρατε, να την ξεματιάξω;»  λέει κι απορώ πώς δεν χάνουν το χιούμορ τους.

Έχει πάει δώδεκα. Ώρα ν’ αποχωρίσω. Γιατροί και νοσηλευτές παραμένουν. Όλοι στο πόδι, προσηνείς και πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν.  Τους περιμένει άλλη μια τυπική εφημερία με μπόλικη αϋπνία, τρομερές ελλείψεις και πολλές σουρεαλιστικές ιστορίες. Τους καληνυχτίζω μ’ ένα «μπράβο» κι ένα «ευχαριστώ».  Το δέχονται ταπεινά και συνεχίζουν. Έχουν όλη τη νύχτα μπροστά τους.