Η «Ευρώπη των Εθνών» του 21ου αιώνα

 Κώστας Μαυραγάνης

Η αφορμή για το παρόν κείμενο δεν ήταν μόνο μία, αλλά μάλλον συνδυασμός: ένα άρθρο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου στην «Καθημερινή», ένα σχόλιο στο Facebook (Greece is collapsing, Iranians are getting aggressive and Rome is in disarray. Welcome to 430 B.C!) και φυσικά η παρακολούθηση της, διεθνούς και μη, πολιτικής και οικονομικής ειδησεογραφίας.

Κώστας Μαυραγάνης

Εν μέσω μίας ευρωπαϊκής ηπείρου η οποία κλυδωνίζεται από την κρίση χρέους (με την Ελλάδα να αποτελεί ένα ιδιότυπο «ground zero»), εμφανίζονται τάσεις οι οποίες πριν από μερικά χρόνια θα φάνταζαν γραφικές ή ακόμα και εξωπραγματικές. Ο λόγος, φυσικά, για την ανάδυση των αποσχιστικών τάσεων στην Ευρώπη, που, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των εθνικιστικών κινημάτων, μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς και διάφορους τρόπους όσον αφορά στην επιτυχία και τη βιωσιμότητα του φιλόδοξου project που ακούει στο όνομα «Ενωμένη Ευρώπη».

Καταλανοί, Σκωτσέζοι και Φλαμανδοί διακηρύσσουν ανοικτά και με αξιώσεις τις επιθυμίες ανεξαρτητοποίησής τους από την Ισπανία, το Ηνωμένο (ίσως όχι για πολύ;) Βασίλειο και το Βέλγιο, σε κινήματα τα οποία, εάν – έστω και σε μία περίπτωση- αποδειχτούν επιτυχή, ενδεχομένως να προκαλέσουν φαινόμενο «ντόμινο» στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κατακερματίζοντας την μεταπολεμικά «ενωμένη» Ευρώπη και εγκαινιάζοντας μία εποχή νέων γεωπολιτικών δεδομένων σε όλο τον κόσμο- δεδομένων και συνθηκών που ελάχιστοι θα θεωρούσαν πιθανά μόλις πέντε χρόνια πριν.

Η πρώτη προσέγγιση είναι ότι οι αποσχιστικές τάσεις αποτελούν λογική και αναμενόμενη συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Τα προβλήματα των ευρωπαϊκών οικονομιών, η «αντιπαράθεση» Βορρά- Νότου και το μεταναστευτικό δημιουργούν την εντύπωση «ανεπάρκειας» από πλευράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτού του διεθνούς «φορέα» που ζήτησε από τα κράτη- μέλη να παραχωρήσουν μέρος της εθνικής κυριαρχίας τους (χάριν της οποίας η ευρωπαϊκή ήπειρος αποτελούσε πεδίο σκληρών και ασταμάτητων πολέμων για αιώνες), με αντάλλαγμα μία μακρόχρονη ευημερία, απαλλαγμένη από τους παλιούς ανταγωνισμούς. Οπότε, από τη στιγμή που η ΕΕ φαντάζει πλέον στα μάτια πολλών ως «λίγη», είναι αναμενόμενη η επιθυμία επιστροφής σε παλιά, «δοκιμασμένα» μοντέλα, όπως αυτό του έθνους-κράτους που βρίσκεται σε έντονο ανταγωνισμό με τους γύρω του. Και από τη στιγμή που τίθεται τέτοιο θέμα, προκύπτει και η τάση διάσπασης σε ακόμα μικρότερα «κομμάτια», που αντιπροσωπεύουν μικρότερες εθνότητες και αντικατοπτρίζουν παλαιές εθνοτικές αντιπαλότητες και «γκρίνιες», καθώς, πλέον, φαίνεται να υπάρχει και λόγος και περιθώριο για αυτές.

Βάσει αυτής της προσέγγισης, το «project Ενωμένη Ευρώπη» απειλείται λόγω των λειτουργικών του προβλημάτων, οπότε και αναζητούνται τρόποι να καλυφθεί το «κενό». Δεν επρόκειτο για ένα ουτοπικό εγχείρημα, αλλά για «ατυχία» (και κακούς χειρισμούς, ειδικότερα από τις ισχυρότερες οικονομικά χώρες της ΕΕ, που τελικά φάνηκαν να βάζουν μπροστά αυτό που θεωρούσαν ως εθνικό τους συμφέρον, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση). Βάσει αυτής της αντίληψης, η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτό που οι επικεφαλής της ΕΕ αποκαλούν «περισσότερη Ευρώπη» ή «Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης», δηλαδή περαιτέρω ενοποίηση, ώστε η ΕΕ να εξελιχθεί σε μία πιο «κρατικού» χαρακτήρα οντότητα, ικανή να αντιμετωπίσει τις εκάστοτε προκλήσεις.

Η άλλη προσέγγιση είναι σαφώς πιο «γκρίζα»: το εγχείρημα ήταν τελειωμένο εξαρχής- απλά το θέμα ήταν ποια θα ήταν η αφορμή που θα το αναδείκνυε αυτό. Ακόμα και κάποιος ο οποίος έχει διαβάσει στοιχειωδώς μόνο ιστορία μπορεί να αντιληφθεί ότι αυτή η ήπειρος έχει μακρύ παρελθόν, στο οποίο συμμετέχουν πολλά διαφορετικά έθνη- πάρα πολύ μακρύ, με πάρα πολλά έθνη, για να είναι εφικτό ένα project ενοποίησης μέσα σε διάστημα μερικών δεκαετιών. Η έννοια του κράτους- έθνους, και οι αντιπαλότητες/ ανταγωνισμοί που αυτή συνεπάγεται, είναι πολύ βαθιά ριζωμένα στην ψυχοσύνθεση/ συνείδηση των Ευρωπαίων, οπότε και στην πρώτη δυνατή «αναταραχή», η (έστω και υποσυνείδητη) αντίληψη ότι «καλή η Ενωμένη Ευρώπη, αλλά…» φάνηκε να δικαιώνεται.

Ρεαλιστικά βλέποντάς το κανείς, είναι όντως πολύ δύσκολο να αμφισβητήσει ότι σε αυτή την ήπειρο «υπάρχει παρελθόν», και πολύ έντονο μάλιστα. Ο μεγαλύτερος αντίπαλος της «Ενωμένης Ευρώπης» δεν ήταν ποτέ άλλος από την «Ευρώπη των Εθνών». Από την αρχαιότητα μέχρι τον 21ο αιώνα, η Ευρώπη, κοιτίδα του Δυτικού Πολιτισμού, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο επηρεάζει δραστικά τις μοίρες της υφηλίου. Έθνη αναδεικνύονται σε υπερδυνάμεις και μετά καταρρέουν, πόλεμοι μεταξύ επίδοξων «πρωταγωνιστών» εξελίσσονται σε παγκοσμίους, και γενικότερα ο «Ευρωπαίος» φαίνεται να έχει μία παράδοση η οποία τον θέλει να σκέφτεται «εθνικά». Πέρα από τις όποιες θεωρίες διεθνισμού, οι οποίες επισημαίνουν την ανάγκη άρσης των εμποδίων που «κρατούν τους λαούς διασπασμένους», κάνοντας λόγο για πραγματική διαφοροποίηση σε ταξικό επίπεδο, οφείλει κανείς να αναρωτηθεί κατά πόσον τελικά είναι δυνατή η άρση της αντίληψης περί «δικών μου» και «άλλων». Από την πρώτη ανθρώπινη οικογένεια ακόμα, και τις πρώτες πρωτόγονες κοινωνίες (από τις οποίες πηγάζει άλλωστε και η έννοια του «έθνους» ως οντότητας, έστω και χωρίς κρατικό χαρακτήρα), η αντίληψη της διαφοροποίησης/διαλογής φαντάζει ως μία «φυσική τάση» για τον άνθρωπο- κάτι που, σε μεγάλο βαθμό οφείλεται από την ίδια την ανταγωνιστική φύση του, την οποία λίγο πολύ αντιλαμβανόμαστε όλοι, στην καθημερινή μας ζωή. Το αν τα χαρακτηριστικά που οδηγούν σε αυτές τις δομές είναι «φυσικά» ή «τεχνητά» (χάριν της άσκησης ελέγχου) είναι μία πάρα πολύ κλασική φιλοσοφική αντιπαράθεση, η οποία ανάγεται άλλωστε και σε πολιτικό επίπεδο.

Για να επιστρέψουμε στο κεφάλαιο «Ευρώπη», το θέμα φαίνεται εντελώς συνοπτικά πως είναι «ανταγωνισμός» Vs «συνεργασία». Όταν η συνεργασία φαίνεται να «λειτουργεί», τότε οι αποσχιστικές και εθνικιστικές τάσεις φαίνονται να βρίσκονται σε «ύπνωση». Όταν δεν συμβαίνει αυτό, «ξυπνούν», και μάλιστα με αξιώσεις.

Το θέμα όμως είναι αλλού: εάν οι τάσεις αυτές μπορούν μόνο να «κοιμηθούν» και όχι να «χαθούν/ατονήσουν», τότε η «συνεργασία» εκ των πραγμάτων θα είναι καταδικασμένη, καθώς, όποτε η «συνεργασία «φαίνεται να μη «λειτουργεί», θα αναδεικνύονται και θα την απειλούν με διάλυση (και η λογική λέει ότι κάποια στιγμή θα τα καταφέρουν, ειδικά από τη στιγμή που η Ενωμένη Ευρώπη δεν είναι Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, για να μπορεί να ασκήσει έλεγχο μέσω στρατιωτικής ισχύος).

Εάν πάλι οι τάσεις αυτές είναι «απλά» ριζωμένες (και όχι «έμφυτες»), τότε αυτό σημαίνει ότι, μακροπρόθεσμα τουλάχιστον, το εγχείρημα είναι βιώσιμο, καθώς κάποια στιγμή θα πάψουν να λειτουργούν «κατά» της «συνεργασίας».
Λένε ότι η ιστορία κάνει κύκλους, κάτι που έχει επαληθευτεί πολλές φορές μέχρι τώρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται να κλείνει ένας και να ξεκινά ένας άλλος (οπότε, εάν βάσει του σχολίου στην αρχή του κειμένου είμαστε γύρω στο 430 π.Χ, ε τότε έχουμε κάτι παραπάνω από έναν αιώνα ακόμη για να έρθει η ελληνιστική περίοδος…). Το θέμα, τελικά, από το οποίο θα φανεί και εάν το εγχείρημα είναι βιώσιμο, είναι εάν σε αυτή την ήπειρο μιλάμε «μόνο» για «παρελθόν» μεταξύ των εθνών- κρατών, ή αν, πολύ απλά, μιλάμε για «DNA» και την ίδια τους τη «φύση», η οποία καθορίζει και θα συνεχίσει να καθορίζει για πολύ ακόμα το τι και πώς συμβαίνει στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο.
«Ενδιαφέροντες καιροί», που έλεγαν και οι Κινέζοι…

Marianna says: “Ο Κώστας Μαυραγάνης είναι δημοσιογράφος».