Γιώργος Γεωργόπουλος | Tungsten!

Το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου «Les Grecs et leur cinéma» (Οι Έλληνες και το σινεμά τους) φιλοξενήθηκε για 8η χρονιά στο Εθνικό Θέατρο της Βρετάνης (Théâtre National de Bretagne), στην πόλη Ρεν της Γαλλίας. Το Φεστιβάλ οργανώνεται κάθε χρόνο με πρωτοβουλία του Ελληνικού Συλλόγου της Βρετάνης (Association Hellénique de Bretagne). Φετινός επίτιμος καλεσμένος ήταν ο σκηνοθέτης Γιώργος Γεωργόπουλος που παρουσίασε τη βραβευμένη και πολυταξιδεμένη σε φεστιβάλ ταινία του «Tungsten». Η υπόθεσή της; “Δυο έφηβοι, ένας ελεγκτής εισιτηρίων, ένα ζευγάρι, μετανάστες, παιδιά, στριμωγμένοι στον τοίχο ενός αδιέξοδου χωματόδρομου στην καρδιά της Αθήνας. Αποκλεισμός, βία, ψυχολογικός κανιβαλισμός και αλλεπάλληλες διακοπές ρεύματος σκιαγραφούν μία κοινωνία στα όριά της, ξεχασμένη στο σκοτάδι.

Storyteller: Γιώργος Γεωργόπουλος


Σπούδασα πρώτα κινηματογράφο και στη συνέχεια κοινωνιολογία. Ήξερα ότι θέλω ν’ ασχοληθώ με τον κινηματογράφο από πολύ μικρός, λόγω και οικογενειακής παράδοσης. Απλά, μετά τη σχολή κινηματογράφου, ένιωθα ότι κάτι έλειπε και επειδή μου άρεσαν πάντα οι κοινωνικές επιστήμες είπα ν’ ασχοληθώ μαζί τους πιο αναλυτικά. Μετά την κοινωνιολογία άρχισα και στο Ε.Α.Π. σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Χρωστάω και τα τρία πτυχία…

Οι σπουδές μου με βοήθησαν να βλέπω πιο καθαρά τα δομικά στοιχεία του κόσμου γύρω μου, σε σχέση με θεσμούς, διαστρωμάτωση, κοινωνικές διαδικασίες κτλ. Αλλά κυρίως να βλέπω κάθε φαινόμενο ως αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης πολλών και καμιά φορά ετερογενών παραγόντων. Πράγμα πολύ σημαντικό για τη δραματουργία, όπου πρέπει να δημιουργήσεις φαινόμενα. Επίσης, με βοήθησε να βλέπω τους χαρακτήρες περισσότερο ως κοινωνικά υποκείμενα και να αποφεύγω ψυχαναλυτικού τύπου προσεγγίσεις κατά τη δημιουργία τους.

Νομίζω ότι για κάποιον που ασχολείται με τον κινηματογράφο η ανάγκη να κάνει μία ταινία είναι διαρκής. Δεν έχει να κάνει με μία ταινία. Επίσης κάθε ταινία, κατά την άποψή μου, οφείλει να είναι και μία εξερεύνηση: του θέματός της, των χαρακτήρων της, αλλά και του ίδιου του σινεμά. Μία ταινία προκαθορισμένου μηνύματος είναι μία προδιαγεγραμμένη πορεία χωρίς ιδιαίτερη μαγεία. Άσε που υπονοεί την ύπαρξη ενός είδους αυθεντίας στο ρόλο του μηνυματοδότη. Μία λογική πολύ διαφορετική από τη δική μου. Αυτό που μπορεί να κάνει, κατά τη γνώμη μου, μία ταινία είναι ν’ ανοίξει μία συζήτηση μετά την προβολή της. Και στην καλύτερη περίπτωση να καρφωθεί στο μυαλό του θεατή και ν’ αμφισβητήσει κάποιες βεβαιότητες. Αφορμή για το «Tungsten» ήταν διάφορα μικρά ερεθίσματα από τη ζωή στην πόλη και κυρίως από την περιοχή που έμενα όταν άρχισα να γράφω το σενάριο. Κοντά στο Ρουφ.

Αυτό που μου έκανε μεγάλη εντύπωση σ’ όλες τις χώρες για ένα πολύ μεγάλο μέρος του κοινού είναι το πόσο πολύ θέλει να βρει κάτι ελπιδοφόρο σ’ αυτό που μόλις παρακολούθησε. Και που όταν δεν το βρίσκει το φτιάχνει από μόνο του. Επίσης, μου έκαναν μεγάλη εντύπωση δύο κυρίες που μετά από μία προβολή στο Μονπελιέ με περίμεναν για 45 λεπτά έξω από τον κινηματογράφο για να μου πουν ότι δεν τους άρεσε καθόλου η ταινία. Τη βρήκα πολύ ειλικρινή και παθιασμένη σαν αντίδραση.

 

Τα στοιχεία που εγώ θεωρώ σημαντικά για την ταινία είναι ο ενδοσκοπικός της χαρακτήρας σε σχέση με τα ελληνικά αστικά κέντρα του σήμερα και η αμεσότητα της. Δεν ξέρω, όμως, αν είναι τα ίδια στοιχεία τα οποία ξεχώρισε η κάθε επιτροπή σε κάθε φεστιβάλ. Μεγάλο ρόλο φαντάζομαι πως έπαιξε και η συγκυρία. Ο συνδυασμός της γενικότερης ανόδου του ελληνικού σινεμά με τη συνεχή ύπαρξη της Ελλάδας στους τίτλους της επικαιρότητας για τους γνωστούς, φυσικά, λόγους.

Promitheas_Aliferopoulos-Job_CandidateOmiros_Poulakis-Stowaway_001

Επίκεντρο της ταινίας η αγωγιμότητα του ανθρώπινου σώματος στη βία. Φαντάζομαι ότι η οργή συνήθως πηγάζει από την αίσθηση της αδικίας. Το θεωρώ πολύ λογικό να υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα, και σε κοινωνικό αλλά και σε ατομικό επίπεδο. Είναι διάχυτη η αίσθηση της αδικίας άσχετα αν τελευταία μάς έχει προκύψει και ένας μηχανισμός κατασκευής ενοχών που απευθύνεται και στον τελευταίο Έλληνα. Το θέμα είναι τι κάνουμε αυτή την οργή. Στην κοινωνία μας ισχύει το «όλοι εναντίον όλων». Ιδιωτικοί υπάλληλοι εναντίον δημοσίων, Έλληνες εναντίον μεταναστών, λιμενεργάτες εναντίον αγροτών, απεργοί εναντίον εργαζομένων κτλ κτλ. Όλο αυτό γίνεται βέβαια με την κατάλληλη «βοήθεια». Βρίσκει, όμως, πάτημα για να γίνει στο αξιακό έλλειμμα της κοινωνία μας. «Δώσε τρόπο στην οργή» έλεγε ένα σύνθημα σ’ ένα τοίχο που είδα τις προάλλες.

Marianna says: Αν θέλεις να μάθεις περισσότερα για το Γιώργο Γεωργόπουλο και την ταινία του, μπορείς να επισκεφτείς την επίσημη ιστοσελίδα του Tungsten”.