Γιώργος Χρανιώτης |  Μια ιστορία για ένα ξεχωριστό «τάμα» στη Βραζιλία

Μαρία-Άννα Τανάγια

Τα φώτα σβήνουν. Η «ώρα του Διαβόλου», ένα έργο του Φερνάντο Πεσσόα από τα νεανικά του χρόνια, αρχίζει. Εκείνος, ως διάβολος συναντά και αποπλανεί τη Μαρία. Σε μια παραληρηματική, σχεδόν, κατάσταση αναμετράται με αλήθειες που αφορούν στη ζωή, το θάνατο και τον έρωτα. Τους παρακολουθώ καθηλωμένη, όπως και οι υπόλοιποι θεατές. Τα φώτα ανάβουν, το χειροκρότημα σ’ εκείνον και στην εξίσου ταλαντούχα Τίνα Λεονωρά είναι παρατεταμένο.

Η παράσταση τελείωσε, η κουβέντα μας αρχίζει. Αναπόφευκτα, στο επίκεντρο είναι το πρόσφατο σκηνοθετικό έργο του Γρηγόρη Αποστολόπουλου, στο οποίο όπως μου τονίζει είπε αμέσως το ναι, «χάρη στη δυσκολία του. Ο τρόμος που αισθάνθηκα ήταν εκείνος που με ώθησε να δεχτώ. Με τον Γρηγόρη γνωριζόμαστε 15 χρόνια και από πέρσι συζητάμε να δουλέψουμε μαζί. Είμαι τόσο ευτυχισμένος που το ζω αυτό». Η συζήτησή μας «ταξιδεύει» συνειρμικά σε άλλες θεατρικές του στιγμές όπως η ευτυχής συνύπαρξη του στη σκηνή με την Αντιγόνη Βαλάκου, η γνωριμία και η φιλία του με τον Μηνά Χατζησάββα, το surfing που τόσο αγαπά, η Τήνος, τα ταξίδια. Τα ταξίδια.  Και κάπου εκεί του ζητώ ν’ αφηγηθεί μια ιστορία που θέλει να μοιραστεί. Και ως εκ «θαύματος» επιλέγει να μου αφηγηθεί μια ιστορία που αρχίζει με αφορμή μια ερωτική απογοήτευση και καταλήγει σ’ ένα λυτρωτικό «τάμα». Όπως άλλωστε μου εξηγεί, επενδύει στα τάματα, όχι απαραίτητα με το θρησκευτικό τους συμβολισμό. «Λέω μέσα μου ότι πρέπει να κάνω αυτό, για να γίνει κάτι. Και κινούμαι πάντα με σεβασμό στις συμπαντικές αόριστες οδηγίες που μου δίνουν δύναμη». Ο λόγος σ’ εκείνον…

Μαρία-Άννα Τανάγια

«Το 2007, μετά από μια πολύ έντονη ερωτική απογοήτευση, αποφασίζω να τα μαζέψω και να πάω στη Βραζιλία για τρεις μήνες, μόνος μου. Βρίσκομαι στο χωριό Capão, ένα μέρος όπου μαζεύονταν διάφοροι περιηγητές, αλλά και τύποι που έκαναν trekking μέσα στα βουνά. Ακούω φωνή Ελληνίδας, γνωρίζω την Ιωάννα, μια απίστευτη Θεσσαλονικιά και πολύ αξιόλογο παιδί που κάνει aerial show με πανιά.

Εκείνη μου αναφέρει την Chapada Diamantina, μια διαδρομή που διαρκεί τέσσερις με πέντε μέρες, την κάνεις με οδηγό, παίρνεις μαζί σου προμήθειες και σκηνή, διότι ζεις κυριολεκτικά μέσα στα βουνά και μακριά από τον πολιτισμό.

Ενθουσιάζομαι και αποφασίζω να το κάνω. Γνωρίζω μια παρέα Ισπανών, μαζευόμαστε πέντε-έξι άτομα, συζητάμε για τη διαδρομή και μου λένε πως δεν χρειάζεται να πάρουμε ξεναγό, καθώς γνωρίζουν αυτή τη διαδρομή.

Ξεκινώντας νωρίς το πρωί, φτάνουμε σ’ ένα σημείο στο τέλος του χωριού και ανεβαίνουμε από μία τρομακτικά απότομη πλαγιά, χωρίς σκοινιά.

Η περιήγησή μας συνεχίζεται χωρίς απρόοπτα: Κατασκηνώνουμε όπου βρούμε, μαγειρεύουμε ή τρώμε φρούτα και ξηρά τροφή και απολαμβάνουμε το οργιώδες και παρθένο τοπίο που μας προσφέρει απλόχερα η φύση.

Την τέταρτη μέρα,  φτάνουμε σ’ ένα χωριό το οποίο έχει μόνο ένα σπίτι. Βρίσκεται πολύ μακριά από οτιδήποτε θυμίζει «πολιτισμό», είναι κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά, μη προσπελάσιμο, χωρίς δρόμο, φτάνεις παρά μόνο με τα πόδια.

Εκεί, μας υποδέχεται η μία και μοναδική οικογένεια που ζει στο σπίτι και μας φιλοξενεί με τον πιο υποδειγματικό τρόπο. Πρόκειται για μια ήσυχη οικογένεια άγιων ανθρώπων που ζουν πραγματικά μακριά από τον πολιτισμό. Το διαπίστωσα όταν έδειξα στη «μαμά» μια φωτογραφία που απεικονίζει θάλασσα κι εκείνη με κοιτούσε απορημένη, καθώς δεν είχε δει ποτέ της θάλασσα, ούτε καν σε φωτογραφία.

Παρά την τόσο εγκάρδια φιλοξενία τους, οι συνοδοιπόροι μου, αρχίζουν να πίνουν και να καπνίζουν, με αποτέλεσμα να κάνουν πάρα μα πάρα πολύ θόρυβο. Νέοι, μεθυσμένοι, μαστουρωμένοι, δεν αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να σεβαστούν την ησυχία του μέρους και την υποδοχή που μας επεφύλαξαν αυτοί οι άνθρωποι.

Την επόμενη μέρα ξυπνάω εκνευρισμένος μαζί τους και αποφασίζω να τελειώσω τη διαδρομή μόνος μου. Παρατάω κάποια τροφή σε εμφανές σημείο για να το βρουν στο γυρισμό και κρατάω μόνο μία μπανάνα. Πληροφορούμαι από έναν περαστικό ότι πρέπει να περπατήσω 28 χιλιόμετρα για να επιστρέψω στο Capão.

Ήταν 10 το πρωί. Επιταχύνω το βήμα μου γιατί δεν ήθελα να πετύχω την παρέα μου. Συνεχίζω την πορεία μου,  εκστασιασμένος από τη φύση. Στο μεταξύ, έχω δει ένα μικρό φιδάκι πολύχρωμο, σχεδόν κόσμημα,  το οποίο έμαθα εκ των υστέρων ότι είναι δηλητηριώδες. Ξαφνικά, συννεφιάζει και όπως προμηνύεται ο καιρός θα χαλάσει πολύ. Σκέφτομαι να στήσω την αδιάβροχη σκηνή μου και να ξεκινήσω την άλλη μέρα το πρωί.

Εκείνη τη στιγμή μου γεννιέται η εξής σκέψη: «Αν δεν στήσω τη σκηνή και αν καταφέρω να τελειώσω αυτή τη διαδρομή την ίδια εκείνη μέρα, θα ξεπεράσω την ερωτική απογοήτευση που είχα».

Κυριευμένος από το θάρρος της ιδέας μου συνεχίζω τη διαδρομή υπό αντίξοες συνθήκες: Βαθύ σκοτάδι, καταρρακτώδης βροχή κι εγώ καλυμμένος με ένα αδιάβροχο και έναν μικρό φακό. Η μόνη μου σκέψη είναι μία: «Χριστέ μου, μην χρειαστεί μέσα στη νύχτα και με τέτοια βροχή να κατέβω εκείνη την απίστευτη ανηφόρα που ανεβήκαμε όταν ξεκινήσαμε. Ας υπάρχει άλλος δρόμος».

Φτάνοντας σ’ εκείνο το σημείο, συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αρχίζω να την κατεβαίνω, ενώ συνεχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς και να μη βλέπω στην ουσία τίποτα. Θυμάμαι να πέφτω, να γλιστράω, αλλά να μην πτοούμαι γιατί σκεφτόμουν:  «το κάνω για να λυτρωθώ, γιατί πρέπει να τελειώσω τη διαδρομή μου».

Η συνέχεια θυμίζει λίγο ταινία: Κατεβαίνοντας πετυχαίνω ένα σπίτι, μου ανοίγουν δύο γιαγιάδες, συνεννοούμαι υποτυπωδώς στα πορτογαλικά και δέχονται να με φιλοξενήσουν. Φυσικά, δεν έχω ηρεμήσει ακόμα παρά την κακή μου κατάσταση. Σκέφτομαι ότι δεν έχω ολοκληρώσει τη διαδρομή. Ότι πρέπει να φτάσω ακριβώς στο σημείο από όπου ξεκίνησα διότι μόνο έτσι θα την ξεπεράσω.

Φτάνοντας ξανά στον πολιτισμό, ανακτώ τις δυνάμεις μου μ’ ένα καυτό μπάνιο. Και συνειδητοποιώ πόσο πεινάω. Βρίσκομαι τυχαία σ’ ένα reggae party, συναντώ την Ιωάννα και της λέω: «θα φάω και θα σου τα πω όλα αναλυτικά». Νομίζω πως εκείνο ήταν το πιο ωραίο φαγητό που δοκίμασα ποτέ στη ζωή μου».

12294643_899616970107819_1337770660364923278_n

Marianna says: «Ο Γιώργος Χρανιώτης συμμετέχει στο καλλιτεχνικό σχήμα ή ορθότερα στην Απελευθερωτική Οργάνωση Klein Mein και μπορείς να τους απολαύσεις κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο El Convento del Arte στην Αθήνα. Από Τετάρτη έως και Κυριακή, πρωταγωνιστεί στο έργο «Η ώρα του Διαβόλου» στο θέατρο Αριστοτέλειον στη Θεσσαλονίκη, ενώ συνεχίζει τα live με την μπάντα του Imitate Your Mother (Hint: Τρίτη 29 Δεκεμβρίου θα τους απολαύσεις στη Μαύρη Τρύπα). Τέλος, διδάσκει στο Θέατρο των αλλαγών»