Ιφιγένεια Τέκου: «Οφείλουμε να τιμάμε τον χρόνο που μας δόθηκε, παλεύοντας  να τον κάνουμε όσο γίνεται πιο όμορφο»

Μαρία-Άννα Τανάγια

Η νεανική σειρά μυθιστορημάτων των εκδόσεων «Ψυχογιός» εμπλουτίστηκε με το νέο βιβλίο της Ιφιγένειας Τέκου που τιτλοφορείται “Yolo”.  Ιντριγκαδόρικος τίτλος, εξ ου και ήθελα να κάνω συνέντευξη με τη συγγραφέα. Το ένστικτό μου με δικαίωσε, καθώς η κουβέντα μαζί της ήταν απολαυστική. Θα το διαπιστώσεις παρακάτω.

Μαρία-Άννα Τανάγια

 

Σπουδάσατε γαλλική φιλολογία. Θα ήθελα να θυμηθείτε το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που σας έρχεται στο μυαλό και σας είχε κάνει εντύπωση ως φοιτήτρια.

Αν και πρέπει να πάω αρκετά χρόνια πίσω, θυμάμαι έντονα το βιβλίο του  Jean-Jacques Rousseau “Julie Ou La Nouvelle Heloise”. Πρόκειται για ένα επιστολικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στον παράφορο έρωτα δύο άτυχων νέων που οι κανόνες της κοινωνίας δεν τους επιτρέπουν να παντρευτούν αναγκάζοντάς τους να περιοριστούν στη μεταξύ τους κρυφή αλληλογραφία.

Πώς προέκυψε το μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων;

Ανέκαθεν ήμουν ανήσυχο πνεύμα και μου άρεσε να μαθαίνω διαρκώς καινούρια πράγματα. Όταν τέλειωσα λοιπόν τις σπουδές μου, αισθάνθηκα την ανάγκη να συνεχίσω με κάτι διαφορετικό που ίσως μου πρόσφερε επιπλέον εφόδια στο χώρο των επιχειρήσεων. Θεωρώ πως αν δεν έμενα έγκυος, θα συνέχιζα με ένα δεύτερο μεταπτυχιακό ή  ίσως με κάποιο διδακτορικό στο αντικείμενο που στην παρούσα φάση θα τραβούσε την προσοχή μου.

Ποιο ήταν το πιο σπουδαίο μάθημα που λάβατε ως υπάλληλος πολυεθνικών εταιριών;

Το σπουδαιότερο μάθημα που πήρα γενικότερα από την πρώτη μου κιόλας δουλειά ως φοιτήτρια  και το κρατώ ακόμα ως θησαυρό, είναι ότι τα χρήματα δε βγαίνουν καθόλου μα καθόλου εύκολα. Γι’αυτό και θεωρώ σημαντικό οι νέοι άνθρωποι, ακόμα κι αν  σπουδάζουν, να μπαίνουν από νωρίς στην βιοπάλη. Ωριμάζουν καθώς στο εξής βλέπουν τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση κι όχι μέσα από την προστατευτική φούσκα που έχουν φτιάξει οι γονείς τους για χάρη τους.

Μιλήστε μου για το βιβλίο “Yolo”. Ποια ήταν η έμπνευση;

Η έμπνευση ή για να πω καλύτερα η παρότρυνση, ήρθε από μια  γλυκύτατη δασκάλα Ειδικής Αγωγής όταν είχα πάει σε κάποιο δημοτικό της Νέας Σμύρνης προκειμένου να μιλήσω στα εκτάκια για το σχολικό εκφοβισμό στον οποίο αναφέρεται το πρώτο μου βιβλίο νεανικής λογοτεχνίας. Η κυρία Άννα, λοιπόν, μου πρότεινε να γράψω μια ιστορία για ένα παιδί με κινητικά προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Έτσι κι έκανα. Η δεκαεξάχρονη Αλεξάνδρα, η μία από τις έφηβες ηρωίδες μου, γνωρίζει από νωρίς το άσχημο πρόσωπο της ζωής, καθώς ένα ατύχημα την καθηλώνει σε αναπηρικό καροτσάκι.  Παρόλα αυτά,  ο εθισμός της  στο όνειρο την βοηθά να ξεπερνά κάπως τη διαφορετικότητά της. Αρωγός της σε αυτή την προσπάθεια είναι η αδελφή της Εριφύλη που αγαπάει τη μουσική, τη γαλλική κουλτούρα, τις πολεμικές τέχνες, να βλέπει τα αστέρια με το τηλεσκόπιό της και …τον Ορέστη.

Ο Ορέστης είναι  γεννημένος στα Καμίνια μα οι καταστάσεις τον φέρνουν στα Βόρεια Προάστια. Εμφανίσιμος και δημοφιλής, φτιάχνει με τα φιλαράκια του την μπάντα YOLO για να ξεχνάνε τα προβλήματα  και να εκτονώνονται. Ο φίλος του ο Χρήστος, ο ντράμερ του συγκροτήματος, ερωτευμένος φουλ με την Αλεξάνδρα, προσπαθεί να της αποδείξει πως  είναι πολλά παραπάνω από ένας ντράμερ με πράσινο μαλλί και αξίζει να του δώσει σημασία.

Προσπάθησα να βάλω στο μικροσκόπιο τις σχέσεις των νέων με την οικογένεια, την κοινωνία, το σχολικό περιβάλλον σε μια εποχή που  η νέα γενιά «τρέχει» με γοργούς ρυθμούς, ερωτεύεται, μισεί, φοβάται, ελπίζει…Ελπίζει.

Θα έλεγα λοιπόν ότι το Yolo είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε νέους όλων των ηλικιών και είναι γεμάτο από νεανική αδρεναλίνη, όνειρα, έρωτα και πολύ μουσική!

Τι απαιτήσεις έχει ένα βιβλίο που απευθύνεται σ’ ένα νεανικό κοινό;

Είναι γεγονός ότι η πλειονότητα των νέων σήμερα δε διαβάζει εξωσχολικά βιβλία και αυτό από μόνο του αποτελεί πρόκληση για έναν συγγραφέα που θέλει ν’ ασχοληθεί με τη νεανική λογοτεχνία. Είναι δύσκολο να μπεις στην ψυχολογία των εφήβων τόσο στην πραγματική τους ζωή όσο και στα όνειρα, τις φαντασιώσεις, τις αμφισβητήσεις,  τους φόβους και  τις διαψεύσεις τους. Χρειάζεται να τους προσεγγίσεις και να τους καταλάβεις χωρίς να τους κρίνεις. Γίνεσαι κι εσύ έφηβος και αφουγκράζεσαι τις ανησυχίες τους που μπορεί σε εμάς τους μεγάλους να φαντάζουν ασήμαντες, για εκείνους  όμως αποτελούν αιτία άγχους και ίσως θλίψης.Κατά τη γνώμη μου λοιπόν ένα βιβλίο που απευθύνεται στους νέους θα πρέπει να έχει γρήγορο ρυθμό, να μην φοβάται να πει τα πράγματα με το όνομά τους, να απέχει από το διδακτισμό και να δημιουργεί συναισθήματα αισιοδοξίας. Μπορεί βέβαια να μην διαθέτει κανένα από όλα αυτά τα χαρακτηριστικά και ωστόσο να αποτελεί ένα εξαιρετικό βιβλίο που θα έχει πιάσει τον παλμό των νέων αναγνωστών. Ποτέ δεν ξέρεις με αυτό το υπέροχα απρόβλεπτο κοινό. Είναι μια βουτιά πίστης προς το κενό.

Ποιος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που διάβασε το βιβλίο και ποια σχόλια σας έκανε;

Ο πρώτος άνθρωπος που διάβασε το Yolo είναι μια αγαπημένη φίλη, ομότεχνη, που την θαυμάζω πολύ για το έργο της και την προσωπικότητά της. Έκανε πολύ θετικά σχόλια, μου έδωσε πολύτιμες συμβουλές και την ευχαριστώ πολύ για αυτό.

Ποιο μήνυμα θα θέλατε να στείλετε σ’ όλους τους νέους αναγνώστες του βιβλίου σας;

Το μήνυμα που θα ήθελα να στείλω όχι μόνο στους αναγνώστες του βιβλίου μου και όχι μόνο, είναι πως η ζωή είναι μικρή, πραγματικά μικρή και δεν αξίζει τον κόπο να απογοητευόμαστε με την κάθε αναποδιά που θα βρεθεί στο δρόμο μας. Αντίθετα, οφείλουμε να τιμάμε τον χρόνο που μας δόθηκε, παλεύοντας  να τον κάνουμε όσο γίνεται πιο όμορφο.

Ποια ήταν η δική σας πιο “Yolo” στιγμή της ζωής σας;

Είχα μόλις τελειώσει τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο και προσπαθούσα να βρω μια δουλειά καλύτερη από αυτή που  είχα ήδη, δυστυχώς όμως χωρίς επιτυχία. Παράλληλα με βρήκαν κι άλλες αναποδιές-είναι αυτό που λένε ότι ενός κακού μύρια έπονται-και αποφάσισα να κάνω κάτι που για τα δικά μου τότε δεδομένα ήταν ιδιαίτερα αυθόρμητο. Σήκωσα απ’την τράπεζα τις οικονομίες μου (από τα τέσσερα χρόνια που δούλευα) και πήγα στο αεροδρόμιο ζητώντας ένα εισιτήριο για το πρώτο αεροπλάνο που έφευγε όσο το δυνατόν μακρύτερα. Αρκετές ώρες αργότερα βρέθηκα στην Αβάνα της Κούβας. Επιστρέφοντας σπίτι μου πέντε μέρες αργότερα ένιωθα περιέργως άλλος άνθρωπος, πιο σίγουρη και πιο αισιόδοξη.  Πίστευα ότι είχα καταφέρει να αναγκάσω τη ζωή να μου δείξει τα χαρτιά της και επομένως δεν είχα κανένα λόγο πια να φοβάμαι τι μέλλει γενέσθαι.

Ποια είναι η συμβουλή που σας αρέσει να μοιράζεστε με τους μαθητές που κάνετε ιδιαίτερα;

Προσπαθώ να μην δίνω συμβουλές στους μαθητές μου, τουλάχιστον όχι με τρόπο φανερό, καθώς τα παιδιά και οι έφηβοι αντιδρούν σχεδόν πάντα στις προσπάθειές μας να τα οριοθετήσουμε και να τα πατρονάρουμε. Με έμμεσο τρόπο, ωστόσο,  και χωρίς βαρύγδουπες εκφράσεις που ίσως τα αποπροσανατολίζουν, τα ενθαρρύνω να κάνουν πολλά όνειρα για το μέλλον, να μην φοβούνται τα λάθη γιατί από αυτά μαθαίνουμε όλοι και να μην στενοχωριούνται για ασήμαντα πράγματα που σε λίγα χρόνια δε θα τα θυμούνται καν.