Ημερολόγια ενός συμπρωτευουσιάνου #2 | Βόλτα πάνω από την Εγνατία

 

Κωστής Κοτσώνης

Μολονότι το κέντρο εδώ και ενάμιση χρόνο έγινε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μου, λίγες φορές ο δρόμος με “βγαλε πάνω από την πολύβουη Εγνατία. Πρόσφατα είπα, όμως να αναπληρώσω το κενό. Τελειώνοντας από μία υποχρέωση στη Λαγκαδά, ξεκίνησα για ένα μικρό σαφάρι, ευλογώντας τα γένια μου, που προνόησα να κουβαλήσω τη φωτογραφική.

Κωστής Κοτσώνης

 

 

 

 

Πιάνω την Τερτσέτη και ξεπροβάλω στην Ειρήνης. Τι;! Πάνε να μου κόψουν την πορεία τα τείχη μόλις ξεκίνησα; Μπα. Μάλλον μου γνέφουν με την πληθωρικότητά τους, για να μου δείξουν ότι ασφυκτιούν, περικυκλωμένα από άχαρες πολυκατοικίες και ξεχασμένα από τους κληρονόμους της Ιστορίας.

…μιας Ιστορίας που φροντίζει να ξεπετάγεται σε κάθε γωνία και να μας κλείνει το μάτι, θυμίζοντάς τις χαμένες μας ευκαιρίες.

Εμείς όμως συνεχίζουμε να την θάβουμε κάτω από τα σκουπίδια, αντί να την αναδεικνύουμε.

Εγκατάλειψη.

Περπατάω και περπατάω, παράλληλα πάντα με την Εγνατία. Σε κάποια στιγμή πάω να χάσω τον προσανατολισμό μου αλλά τον ξαναβρίσκω χάρη σε ένα πολύτιμο σημάδι: το πρώτο ποδήλατο που μια ομάδα παιδιών βάψαμε πριν από ένα χρόνο, στη γωνία Συγγρού με Φιλίππου. Ευτυχώς επιζεί ακόμα, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, χάρη στη φροντίδα του ιδιοκτήτη του »Elephantas».

Αλλά τα πιο ενδιαφέροντα ξεκινούν παρακάτω. Ανατολικότερα της Βενιζέλου, η παλιά Θεσσαλονίκη αναπνέει ακόμα και παλεύει με τις λιγοστές δυνάμεις που της έχουν απομείνει.
Μπορεί οι άλλοτε πανταχού παρόντες χαλκωματάδες να έχασαν τη μάχη, αλλά οι παλιατζήδες στην Τοσίτσα τα βγάζουν πέρα. Προς το παρόν…

Αντικείμενα παντάξενα μέσα στο χωνευτήρι της μεγαλούπολης αναζητούν κάποιον με συναίσθημα και αναμνήσεις για να τους ρίξει μια ματιά.

Να. Μόλις θυμήθηκα πόσο μου ‘κανε εντύπωση η ποδοκίνητη μηχανή ραπτικής που ‘χε στο σπίτι της η γιαγιά μου, την οποία και είχε μετατρέψει σε τραπεζάκι με σεμέν. Πολλά σεμέν!

Πραγματικός Παράδεισος για τους συλλέκτες.

Κάνω μία παράκαμψη και στο Μπιτ Παζάρ, που ογδοντατέσσερα χρόνια μετά έχει πολλά ακόμα να διηγηθεί, μέσα από τις λιγοστές του αντικερί. Αλήθεια, πόσοι από εμάς, τους κρασοκατανυκτικούς φοιτητές που το τιμούμε τα βράδια, θα μπούμε στον πειρασμό να το εξερευνήσουμε καλύτερα και υπό το φως της ημέρας; Δεν ξέρουμε τι χάνουμε!

Ο φημισμένος »Τσαρούχας» στην Ολύμπου. Μου αρέσει αυτό το φάτσα-φόρα των λιχουδιών στα παλιά εστιατόρια που, πιστά στην παράδοση και την ποιότητά τους, δεν έχουν να κρύψουν τίποτα.

Α, παρεμπιπτόντως, πολύ όμορφες αυτές οι ξύλινες πινακίδες ονοματοδοσίας. Δεν ξέρω ποιος τις τοποθέτησε αλλά είναι must και για το υπόλοιπο κέντρο.

Περπατώντας, διαπιστώνω πόσο φανερή είναι πλέον η εγκατάσταση ανθρώπων από άλλες χώρες στην περιοχή.

Βρίσκομαι στα μισά της διαδρομής. Πλατεία δικαστηρίων. Πέρασμα ή σημείο συνάντησης για διαδηλωτές, χιπστεράδες, φουριόζους περαστικούς, κοινωνικά απόκληρους, τουρίστες, αστέγους, οικογένειες με παιδιά, μετανάστες κι εφήβους με skate. Η ζωή μιας πόλης συμπυκνώνεται πίσω από τις μαρμάρινες πλάτες ενός αγέρωχου ηγέτη και συνεχίζει αδιάκοπα, παρά τα σημαντικότατα προβλήματα που έχουν προκύψει τελευταία. Προβλήματα που πιστεύαμε ότι μόνον η »απρόσωπη αθηναϊκή χαβούζα» αντιμετώπιζε.

Η αδιαφορία απέναντι στην κληρονομιά μας εμφανής και εδώ. Στη ρωμαϊκή αγορά, δηλαδή, με το στενά δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο και το κλειστό μουσείο. Ακόμα περιμένουν τα ερείπια-γιατί έτσι ως τέτοια οι ιθύνοντες αντιμετωπίζουν τα ευρήματα- μία καλύτερη αντιμετώπιση.

Αλλά και στο πατρικό του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, μια πινακίδα έμεινε μόνο για να μας θυμίζει την προσωπικότητα που το κατοίκησε. Το υπόλοιπο σπίτι παραδόθηκε στα οπαδιστικά ένστικτα μίας χούφτας πιτσιρικάδων.

Ανηφορίζω την Αγνώστου Στρατιώτου. Έναν μικρό, ήσυχο, λιθόστρωτο πεζόδρομο που σου ξεπετάγεται εκεί που δεν το περιμένεις.

Αν έφτανε και μέχρι την Αγίου Δημητρίου, θα ήταν μούρλια!

Πίσω στην πραγματικότητα. Προς το παρόν, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συμφιλιωνόμαστε με την Αυτοκρατορία των μηχανοκίνητων.

…και με την εμετική αισθητική των πανό που αναβλύζουν τζάμπα μαγκιά.

Οδός Πλάτωνος, δίπλα στο Πειραματικό. Καθώς τη διασχίζει, ο περαστικός νιώθει πως πνίγεται λόγω των δεντροδόχων οι οποίες, ας το παραδεχτούμε, δεν υπάρχουν παρά για να λέμε ότι έχουμε προσθέσει λίγο παραπάνω πράσινο στο πενιχρό ενεργητικό της πόλης μας.

Μόλις χτύπησε το κουδούνι για σχόλασμα. Ανοίγω το βήμα για να ξεφύγω από τις ορδές πιτσιρικαρίας που κατακλύζουν τα γύρω στενά.

Φιου! Νομίζω πως είμαι εκτός κινδύνου. Στο βάθος, πέρα από την Ιασωνίδου, ξεπροβάλλει σιγά σιγά η Ροτόντα, περικυκλωμένη από τη μάστιγα του τεντομπάλκονου και του ημιυπαίθριου.

Το ταξίδι έφτασε στο τέλος του. Ή μάλλον όχι.

Για το φινάλε κράτησα μερικές φωτογραφίες από το κτιριακό απόθεμα της περιοχής, που συνιστά από μόνο του αντικείμενο εκτενούς μελέτης. Παρά τις ανύπαρκτες αρχιτεκτονικές μου γνώσεις, δεν μπόρεσα παρά να θαυμάσω τις λεπτομέρειες αυτών των μικρών, περίτεχνων Δαβίδ, οι οποίοι με νύχια και με δόντια αντιστέκονται στο πλήρωμα του χρόνου και στη μπουλντόζα της αντιπαροχής. Σπάνια αντικρίζει κανείς τόσα διαμαντάκια μαζεμένα.

Ας είναι καλά η θέληση των κατοίκων τους που τα συντηρούν.

Δυστυχώς, υπάρχουν και λίγα κτίρια που είναι πλέον φαντάσματα του παλιού τους εαυτού. Σίγουρα έχουν γνωρίσει και καλύτερες μέρες.

Δεν ξέρω πόσο εύκολα και ανώδυνα μπορεί να γίνει, αλλά πιστεύω ότι ο Δήμος πρέπει οπωσδήποτε να αναβαθμίσει την περιοχή, πριν τα σημάδια παρακμής γίνουν ανεπανόρθωτα.

Θα το κάνει με πεζοδρομήσεις; Με αντισταθμιστικά οφέλη για την επιστροφή κατοίκων; Με καλύτερη κοινωνική πολιτική; Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι οι θησαυροί πάνω από την αυτοκινητομάνα Εγνατία πρέπει να σωθούν ή και να αναδειχτούν περισσότερο, συμβάλλοντας με τον τρόπο τους στη ζωντάνια της περιοχής. Αυτό ήταν τελικά το δίδαγμα που ο υποφαινόμενος μικρός περιπλανώμενος αποκόμισα, γυρνώντας κουρασμένος, μα »γεμάτος» στο σπίτι.