Ημερολόγια ενός συμπρωτευουσιάνου #1 | Χριστούγεννα στο κέντρο

Μαρία-Άννα Τανάγια

Είναι μόλις 19 ετών, σπουδάζει Φιλολογία, του αρέσει να τριγυρνά στην πόλη και να φωτογραφίζει με τη μέτριας τεχνολογίας – όπως ο ίδιος ισχυρίζεται- φωτογραφική μηχανή του. Υποδεχόμαστε νέο μέλος στη συντακτική ομάδα και μας κάνει…ποδαρικό ξεναγώντας μας στη γιορτινή Θεσσαλονίκη!

Μαρία-Άννα Τανάγια

 

 

Publisher: Κωστής Κοτσώνης

Ως πιτσιρίκος, δεν έχω να θυμάμαι πολλά από τις χριστουγεννιάτικές μου βόλτες στο κέντρο. Και αυτό γιατί ήταν πολύ λίγες, μα και βιαστικές. Ξέρετε, μόνο για τις άκρως απαραίτητες αγορές ή για καμιά επίσκεψη σε ηλικιωμένους συγγενείς. Ποτέ δεν το ‘χαν οι γονείς ή οι φίλοι μου με το χάζι της βιτρίνας, το μπέρδεμα στην πολυκοσμία και τη βαβούρα.

Κι ήρθε η στιγμή φέτος, μετά από τόσα χρόνια, που είπα να πάω μόνος ένα μεγάλο γιορτινό περίπατο. Μη με θεωρήσετε μονόχνοτο. Απλά το ‘χα ανάγκη να αφουγκραστώ με την ησυχία μου το χριστουγεννιάτικο ρυθμό μιας πόλης που τελευταία έχει ξεχάσει να γιορτάζει.

Να ‘μαι, λοιπόν, στην Τσιμισκή. Πατείς με, πατώ σε. Κόσμος και ντουνιάς.

»Πού είναι η κρίση;» ακούω έναν παππού με τραγιάσκα να αναρωτιέται. Πράγματι, οι στολισμένες βιτρίνες προσπαθούν να κρύψουν αυτά που δεν κρύβονται. Βλέποντάς τες, το μυαλό μου επιστρέφει σε εποχές περασμένες, τότε που τα αχαλίνωτα όνειρά μας εξαρτιόνταν από το όριο της εκάστοτε πιστωτικής.

Κι όμως. Πίσω από τα λαμπάκια, την κοσμοσυρροή και τις έφηβες με τα δεκαπεντάποντα, φανερώνεται η υποβάθμιση μίας »αστικής βιτρίνας». Γιατί αυτό ήταν η Τσιμισκή.

Δεκάδες κάποτε πρωτοκλασάτα μαγαζιά μένουν τώρα αδειανά κουφάρια. Και τα υπόλοιπα αντικαταστάθηκαν από φραπεδάδικα, κρεπάδικα, καταστήματα του ενός ευρώ, ή πολυεθνικά μικρομεσαία branch.

Κάποια στιγμή συναντώ τη Χρυσοστόμου Σμύρνης. Το δρόμο που αποτέλεσε την αφετηρία για την πραγματοποίηση μίας σειράς εκτεταμένων πεζοδρομήσεων στο ιστορικό κέντρο. Δεντράκια, φωτισμός, άπλα στα πεζοδρόμια και ήδη έχει γίνει ένα βηματάκι για την επιστροφή της ευταξίας στη δοκιμαζόμενη Θεσσαλονίκη. Αρέσκω.

Χωρίς να το καταλάβω, στρίβω στην Παλαιών Πατρών Γερμανού. Το frozen yoghurt βαράει μύγες. Η αλήθεια είναι πως παγωμένο γιαούρτι και ψοφόκρυο δύσκολα συνδυάζονται, αλλά μήπως τελικά μόδα ήταν και πέρασε;

Ο Μπουτάρης ήθελε την πόλη να λάμπει στις γιορτές. Κομματάκι δύσκολο το βλέπω.

Περίεργος είμαι να δω την άλλοτε κατακλυσμένη από τραπεζοκαθίσματα Ικτίνου. Σχεδόν δεν την αναγνωρίζω. Επικρατεί απόλυτη ησυχία και αρκετά μαγαζιά είναι κλειστά τις καθημερινές, με λίγες εξαιρέσεις. Τουλάχιστον αυτά τα λίγα έχουν όμορφο διάκοσμο.

Ξανά στην Τσιμισκή. Διαφημιστικά, φέιγ βολάν, χαρτάκια. Οι διανομείς που μας αποσπούν την προσοχή από το βιτρινομπάνισμα είναι πολύ περισσότεροι πλέον.

Αγίας Σοφίας. Πείτε μου, ποιος θα ‘θελε πραγματικά να γίνει όπως ήταν; Μήπως δεν ευθύνεται η πεζοδρόμηση για τα κεσάτια των γύρω μαγαζιών, όπως κάποιοι είπαν, αλλά η οικονομική δυσπραγία του κόσμου;

Σε κάθε γωνία συναντάς και από ένα παιδί που ζητιανεύει. Το λυπάσαι. »Να του δώσω τίποτα ή έτσι θα συμβάλλω στη διαιώνιση του φαινομένου;» Και το πονηρό, χαμογελαστό του μουτράκι επιτείνει την αμηχανία της στιγμής.

Πιάνω Γεωργίου Σταύρου, στο καπάκι Βασιλέως Ηρακλείου και φτάνω στο »Πλατεία». Εδώ οι λιγοστές αναμνήσεις έρχονται πιο έντονες.

Δεν θα ξεχάσω τα γυμνάσια που έκανα στο μπαμπά μου, βάζοντάς τον να με ανεβοκατεβάζει με το γυάλινο ασανσέρ, ώστε να θαυμάζω τη θέα και το μεγάλο, φουντωτό δέντρο.

…και φυσικά, τις βάφλες του Delicioso, που πάντα μοιραζόμουν με κάποιο φιλαράκι που παρασύρθηκε και ξόδεψε όλο του το χαρτζιλίκι στο τελευταίο βιντεοπαιχνίδι. Πάει και αυτό, το πήρε η μπάλα των λουκέτων (κάτι ακούστηκε, βέβαια, και για φορολογικές ατασθαλίες). Οι ουρανίσκοι των Θεσσαλονικέων είναι σίγουρα φτωχότεροι χωρίς αυτό.

Περασμένα ξεχασμένα. Προχωρώ και φτάνω στον πεζόδρομο της Αριστοτέλους, όπου παντού ακούγονται μελωδίες από μουσικούς του δρόμου. Μία νότα αισιοδοξίας μας προσφέρουν, σε αντάλλαγμα για ένα σκουριασμένο κέρμα στη θήκη της κιθάρας τους. Seems legit.

Το κλείσιμο του »Κούκου» δεν περνά σε καμία περίπτωση απαρατήρητο, ακόμα και αν ο χώρος δεν έμεινε κενός. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη λαχτάρα με την οποία αντίκριζα τις βιτρίνες του, που ήταν τίγκα στα συναρμολογούμενα, τα Lego, τα τηλεκατευθυνόμενα. Ένα μεγάλο πλήγμα για την τοπική μας οικονομία, ένα ακόμα μεγαλύτερο για τον κόσμο των θυμήσεών μου.

Δεν μπορώ να αγνοήσω τους στολισμούς του δήμου. Το αποτέλεσμα παραμένει, όπως, και πέρσι αμφιλεγόμενο. Στα συν βάζω τα λιτά, αλλά όμορφα στολίδια, με αποκορύφωμα τα αστεράκια που κοσμούν τα κλαδιά των δέντρων, πίσω από το άγαλμα του Βενιζέλου. Ωραία και τα ολόφωτα δέντρα.

Στα πλην; Πέρα από την κιτς φάτνη, με το Θείο βρέφος που κλάπηκε πάλι.

…το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ίδια η απόφαση των αρμοδίων να μετατρέψουν την πλατεία Δικαστηρίων σε λούνα παρκ. Η αισθητική αποτελεί για ακόμα μία φορά την Ιφιγένεια, χάριν του κέρδους.

Κατεβαίνω τη Μπαλανού, με τις μισογεμάτες ταβέρνες. Αυτό το ταμπελάκι τραβά την προσοχή μου.
Μπαίνω με περιέργεια και φεύγω με μια κομμάτα θεϊκού »τυριού της Ματσούκας» στα χέρια! Το μαγαζί είναι αξιολογότατο, επισκεφτείτε το (»Ραγιαν», Μπαλάνου 13, πλατεία Άθωνος, τηλ: 2315003907).

Ώσπου να καταβροχθίσω το τυρί, φτάνω στην πλατεία Αριστοτέλους. Συναντώ ανθρώπους κάθε ηλικίας να χορεύουν, να επισκέπτονται τα διάφορα σπιτάκια ή να δοκιμάζουν την τύχη τους στο παγοδρόμιο. Κυριαρχεί μία ζωντάνια και μου αρέσει.

Δυστυχώς, όμως, η γκρίνια δεν λέει να με εγκαταλείψει! Να πω την αμαρτία μου, προτιμούσα απείρως το διακριτικό γυάλινο Info point για τους τουρίστες από αυτό. Ξέρω ότι δεν είναι μόνιμη κατασκευή, αλλά υποτίθεται ότι θέλουμε να προσελκύσουμε τουρίστες τέτοιες μέρες.

Συνεχίζω από Μητροπόλεως, με κάποια δυσκολία πλέον, γιατί το κρύο αγρίεψε αρκετά. Στέκομαι στην είσοδο της Στοάς Χιρς. Μία από τις λίγες περιπτώσεις όπου η Θεσσαλονίκη αξιοποιεί το πολυπολιτισμικό παρελθόν της μπολιάζοντάς το με το δυναμισμό του μοντέρνου. Το αποτέλεσμα; Απλά πανέμορφο.

Στο μάτι, ωστόσο, είχα βάλει και μία ακόμα στοά, την οποία εδώ και καιρό ήθελα να επισκεφτώ βράδυ. Σχεδόν αυτόματα με οδηγούν εκεί τα κουρασμένα μου πόδια. Μιλώ για τη στοά »Ερμείον». Όχι δεν είναι η τσίκνα του »Ούζου Μέλαθρον» που με έκανε να ξεστρατίσω από τη Βενιζέλου. Αντίθετα, είναι ο πανέμορφος χριστουγεννιάτικος στολισμός της. Μια μικρή γωνιά όπου μπορεί κανείς να ξεχαστεί, παριστάνοντας ότι περπατά κάτω από στάλες χρυσής βροχής.

Στο δρόμο για το σπίτι, επηρεασμένος ακόμα από την τελευταία εικόνα, αναλογίζομαι ότι τελικά η πόλη ξέρει να αποζημιώνει τους μυημένους. Και σκέφτομαι πόσες γωνιές περιμένουν-μάταια ίσως- το μέσο θεσσαλονικιό να τους ρίξει έστω μια ματιά, να τις θαυμάσει, να αναλογιστεί την ιστορία που κουβαλά κάθε μία από δαύτες. Δεν ξέρω για τους άλλους, αλλά εγώ σκοπεύω να μην τις αφήσω να περιμένουν για πολύ. Εις το επανιδείν, λοιπόν, και καλές γιορτές.