Ημερολόγια ενός συμπρωτευουσιάνου #13 | Αποστολή στην πρώτη μέρα του Ejekt Festival

Κωστής Κοτσώνης*

Προσωπικά, ήδη από τις αρχές του έτους περίμενα με αγωνία την ανακοίνωση των συγκροτημάτων για το φετινό Ejekt Festival. Κάτι το μεγάλο σούσουρο που έγινε με την περσινή εμφάνιση των Muse, κάτι η ελπίδα ότι φέτος θα μπορούσα και εγώ να ροβολήσω προς Αθήνα μεριά, είχα πολλούς λόγους για να παρακολουθώ με αγωνία τις εξελίξεις στο θέμα.

Κωστής Κοτσώνης*

Οι προσδοκίες μου εκπληρώθηκαν πλήρως μόλις έμαθα ότι οι The Killers, η μπάντα που με καμία δεκαριά άλλες καθόρισε τα εφηβικά μου ακούσματα, θα εμφανιζόταν την πρώτη ημέρα του φεστιβάλ. Το line-up θα συμπληρωνόταν, λέει, από το αχτύπητο garage/indie δίδυμο των The Kills, τους Βρετανούς Circa Waves και τους Αθηναίους Deaf Radio. Πλέον δεν υπήρχε περιθώριο αμφισβήτησης για τον αν άξιζε να δώσει κανείς το «παρών» στην Πλατεία Νερού.

Οι μήνες πέρασαν και η ελπίδα έγινε πραγματικότητα. Το Σάββατο 24 Ιουνίου βρέθηκα για πρώτη φορά στο φεστιβάλ που τείνει να γίνει θεσμός στα συναυλιακά δρώμενα της Αθήνας και της Ελλάδας γενικότερα.

 

Οι πόρτες άνοιξαν στις 17.00 και οι υπεύθυνοι του χώρου υποδέχθηκαν τους πρώτους ανυπόμονους fans, οι οποίοι έσπευσαν να πιάσουν θέση μπροστά στα κάγκελα της σκηνής. Η ανοιχτωσιά του χώρου και η γειτνίαση με τη θάλασσα προετοίμαζαν το κοινό για μία ιδιαίτερα open air, καλοκαιρινή εμπειρία. Ταυτόχρονα, όμως, το προετοίμαζαν και για μία ιδιαίτερα καυτή εμπειρία –με την κυριολεκτική έννοια. Η ζέστη, η έλλειψη σκιάς και η υγρασία σε καμία περίπτωση δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ευχάριστη συνοδεία. Τουλάχιστον δεν υπήρξε ο φόβος να ζήσουμε μία ακόμα ακύρωση στην εμφάνιση των The Killers.

 

 

 

Το πρόγραμμα του φεστιβάλ ξεκίνησε στις 17:55, όπως ήταν προγραμματισμένο, με την εμφάνιση των Deaf Radio. Το τετραμελές desert rock συγκρότημα από την Αθήνα έπαιξε για μισή ώρα περίπου και παρουσίασε μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια του νέου –και μοναδικού μέχρι στιγμής− άλμπουμ του Alarm. Η σκληρή δουλειά εντός και εκτός στούντιο αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στη σκηνή. Το σφιχτοδεμένο παίξιμο και ο εφάμιλλος του άλμπουμ ήχος τους απέδειξαν ότι δικαίως θεωρούνται ένα από τα πιο ελπιδοφόρα νέα ελληνικά σχήματα. Μοναδικό μελανό σημείο τα λίγα τεχνικά προβληματάκια που προέκυψαν, τα οποία ωστόσο τέθηκαν άμεσα υπό έλεγχο χάρη στον επαγγελματισμό και την ψυχραιμία των παιδιών.

 

Ο κόσμος είχε αρχίσει να πληθαίνει. Η εμφάνιση του επόμενου συγκροτήματος, των Circa Waves, καθυστερούσε. Πολλοί ήταν αυτοί που έκαναν βόλτα στα stands των χορηγών του φεστιβάλ, συνωστίζονταν στα μπαρ και έβγαζαν φωτογραφίες στο μεταλλικό πύργο που είχε στηθεί για αυτό το σκοπό. Άλλοι προσπάθησαν να διώξουν την καθηλωτική επίδραση της ζέστης παίρνοντας μέρος σε ένα παιχνίδι-διαγωνισμό που διοργάνωσε εταιρεία-χορηγός του event.

 

 

Τελικά, μετά από 20 με 25 λεπτά καθυστέρησης, τα τέσσερα αγόρια από το Liverpool ανέβηκαν στο stage, εμφανέστατα κοκκινισμένα από το εκτυφλωτικό φως του αττικού ήλιου. Αν το βρετανικό indie rock χρειαζόταν μία καμπάνια αυτοπαρουσίασης, θα μπορούσε κάλλιστα να την βρει σε αυτή την εμφάνιση. Tα ανεβαστικά, πιασάρικα riffs έδιναν τη θέση τους σε περισσότερο «βαριές» μελωδίες παρουσιάζοντας έτσι την εξέλιξη της μπάντας από το πρώτο της άλμπουμ Young Chasers μέχρι το πρόσφατο Different Creatures. Κοινός παρονομαστής σε ολόκληρη την ωριαία εμφάνιση η αμείωτη νεανική ενέργεια και η αλληλεπίδραση με το κοινό, που σε συνδυασμό με τη βρετανική προφορά του τραγουδιστή Keiran Shuddall θύμισε στιγμές Glastonbury Festival (οι Circa Waves είχαν παίξει εκεί την προηγούμενη μέρα, αμέσως πριν πετάξουν για την Αθήνα). Το set list ολοκλήρωσε το άκρως ταιριαστό με τον καιρό T-shirt Weather, το οποίο προκάλεσε χορό, χειροκροτήματα και κέφι στους παρευρισκόμενους. Μπορεί να ειπωθεί ότι η επιλογή των διοργανωτών να φέρουν στο φεστιβάλ ένα ανερχόμενο συγκρότημα, άγνωστο (ακόμα;) στο ευρύ κοινό, δικαιώθηκε πλήρως.

 

 

Είχε έρθει η ώρα για τους The Kills. Ο εξοπλισμός τους μεταφέρθηκε πάνω στη σκηνή ενώ ένα τεράστιο μπάνερ, εμπνευσμένο από το εξώφυλλο του τελευταίου τους άλμπουμ (AshandIce), μπήκε στο πίσω μέρος της. Πλέον το κέφι είχε ανάψει αρκετά και ο κόσμος δεν φαινόταν να νοιάζεται για την καθυστέρηση που υπήρχε στο πρόγραμμα. Καθυστέρηση για την οποία, βέβαια, αποζημιώθηκε αφού η παρθενική παρουσία των The Kills στα πάτρια εδάφη περιελάβανε όλα όσα αγαπάμε σε αυτούς. Ο Jamie Hince εντυπωσίασε με τις ικανότητές του στην κιθάρα, έκανε τις χορδές και τις πεταλιέρες των εφέ κυριολεκτικά προέκταση του σώματός του ενώ αξιοποίησε μέχρι και μία… βάση μικροφώνου ως τρίτο χέρι για να χτυπά τα τάστα. H Alice Mosshart, από την πλευρά της, ήταν μία αεικίνητη frontwoman, η οποία ερμήνευσε τα κομμάτια της με μεγάλη εκφραστικότητα και κινησιολογία που παρέπεμπε έντονα στις παλιές, καλές μέρες του rock n’ roll. To setlist περιελάμβανε κομμάτια από ολόκληρη τη δισκογραφία του συγκροτήματος με τα πιο πρόσφατα Siberian Nights, Heart Of A Dog και Doing It To Death να προκαλούν τη μεγαλύτερη ανταπόκριση από τον κόσμο.

Σε γενικές γραμμές οι αντιδράσεις της πλειοψηφίας παρέμειναν ήπιες ως μηδαμινές καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας των The Kills στη σκηνή, κάνοντας τη δυναμικότητα των δύο μουσικών να πέσει στο κενό. Ίσως έφταιγε ο ανοίκειος, «raw» ήχος τους, ο οποίος ακουγόταν ακόμα πιο ανένταχτος ανάμεσα στους Circa Waves και τους The Killers. Σε κάθε περίπτωση, οι The Kills ήταν οι μεγαλύτεροι αδικημένοι της πρώτης ημέρας του Eject Festival.

Ίσως πάλι το κοινό απλά να κρατούσε δυνάμεις για το βασικό όνομα της βραδιάς. Ούτως ή άλλως, ήταν έκδηλο ότι οι περισσότεροι από τους πολλές χιλιάδες παρευρισκόμενους είχαν έρθει για τους The Killers. Το έβλεπες στα πολύχρωμα μπλουζάκια με στάμπες του συγκροτήματος. Το άκουγες στις κουβέντες του ανυπόμονου πλήθους.

Η ώρα της αλήθειας έφτασε στις 22:45 περίπου.Μετά από πολλαπλές παρεμβάσεις και άπειρα σούρτα-φέρτα των τεχνικών στη σκηνή, όλα ήταν έτοιμα. Η τετραμελής μπάντα από το Las Vegas βγήκε στη σκηνή συνοδευόμενη από εκκωφαντικές ιαχές. Το χαρακτηριστικό riff του Mr. Brightside έδωσε το σύνθημα και ολόκληρο το κοινό ξεκίνησε να χοροπηδά ασταμάτητα και να τραγουδά τους στίχους καθ’ όλη τη διάρκεια του κομματιού. Ο τραγουδιστής του συγκροτήματος, Brandon Flowers, χαμογέλασε έχοντας μόλις καταλάβει ότι όλες αυτές οι χιλιάδες κόσμου ήταν αφημένες στις διαθέσεις του. Η συνέχεια αποδείχθηκε εξίσου έντονη με το Spaceman και το πολυτραγουδισμένο Somebody Told Me να προκαλούν επίσης μεγάλο χαμό κάτω από το stage. Ήταν λες και το συγκρότημα ήθελε να τεστάρει τις σωματικές αντοχές του κοινού αφού ήδη στα πρώτα δέκα λεπτά της συναυλίας οι ανάσες είχαν κοπεί και ο ιδρώτας είχε κάνει τα μπλουζάκια να κολλούν στο δέρμα. Ο τίτλος του πρώτου άλμπουμ των Αμερικανών –Hot Fuss− είχε μόλις πάρει σάρκα και οστά.

 

Χωρίς υπερβολή, μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω τις πιο ιδιαίτερες στιγμές αυτής της συναυλίας. Και αυτό γιατί δεν υπήρξε σχεδόν κανένα τραγούδι από τα 16 που έπαιξαν οι The Killers το οποίο να μην έτυχε ανάλογης υποδοχής από το κοινό. Ίσως, βέβαια, σε αυτό να βοήθησε η σύσταση του setlist*, το οποίο περιελάμβανε τα γνωστά κομμάτια από όλη τη δισκογραφία της μπάντας, καθώς και το ολοκαίνουριο The Man.

 

Για τη σκηνική παρουσία δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Σε παραγωγές τέτοιου μεγέθους τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη. Το show που μας παρουσίασαν οι The Killers περιείχε όλη τη φαντασμαγορία της ιδιαίτερης πατρίδας τους, της Μέκκας του θεάματος. Από τα φανταχτερά σακάκια και τα πολύχρωμα λαμπιόνια μέχρι τις γιγαντοοθόνες και τα χορωδιακά φωνητικά, όλα ήταν εκεί.

Μοναδική ένσταση –και δεν ξέρω αν σε αυτό έφταιγε η θέση μου− είναι ο σχετικά χαμηλός ήχος της κιθάρας και των πλήκτρων. Αναμφίβολα μία πιο ισορροπημένη μίξη θα μπορούσε να βελτιώσει το ήδη καλό αποτέλεσμα.

Παρόλο που όλα ανεξαιρέτως τα μέλη του συγκροτήματος έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό, ιδιαίτερα συγχαρητήρια αξίζουν στον Brandon Flowers. Δεν ήταν μόνο η συνεχής του κίνηση πάνω στη σκηνή ούτε η ενέργειά του που θαρρείς δεν θα εξαντλούνταν ποτέ. Κυρίως ήταν η έντονη επικοινωνία του με το κοινό, συνήθως από τα monitor στα οποία ήταν ανεβασμένος για να φαίνεται περισσότερο. «Την προηγούμενη φορά δεν καταφέραμε να παίξουμε εδώ με αυτή τη μαλακισμένη καταιγίδα. Υποσχόμαστε ότι δεν θα περάσουν πάλι δεκατέσσερα χρόνια για να έρθουμε και πάλι, Αθήνα!» υποσχέθηκε και ελπίζουμε ότι θα τηρήσει την υπόσχεσή του.

 

 

 

Στα υπόλοιπα «πιπεράτα» της βραδιάς πρέπει να προστεθεί το επικό sing-along στο All The Things I ‘ve Done («I ‘ve got a soul, but I ‘m not a soldier») υπό τη συνοδεία κομφετί στα χρώματα της ελληνικής σημαίας καθώς και η εμφάνιση του ντράμερ Ronnie Vannucci Jr. με αρχαιοπρεπές… σεντόνι (!) για το encore της συναυλίας. Η βραδιά έκλεισε με το When You Were Young και τον τελετουργικό αποχαιρετισμό από την μπάντα, στον οποίο ο Vannucci Jr. επίσης έδωσε τον προσωπικό του τόνο.

 

 

Εγκαταλείποντας την Πλατεία Νερού, με το λαιμό κλειστό από το τραγούδι και το βήμα ασταθές από την κούραση, μπορούσες ξεκάθαρα να καταλάβεις τι ήταν εκείνο που σκότωσαν ετούτοι οι ιδιόρρυθμοι «Δολοφόνοι» το περασμένο Σάββατο: τις έγνοιες, την κατήφεια και την πλήξη. Έστω και για ένα βράδυ. Δεν μπορούμε παρά να τους είμαστε ευγνώμονες για αυτό. Ας ελπίσουμε ότι θα τους ξαναδούμε κάποτε στα μέρη μας. Χωρίς ζέστες και καταιγίδες κατά προτίμηση.

SETLIST

Mr. Brightside

Spaceman

Somebody Told Me

The Way It Was

Smile Like You Mean It

The Man

Human

Shadowplay (Joy Division cover)

Glamorous Indie Rock & Roll

For Reasons Unknown

A Dustland Fairytale

Read My Mind

Runaways

All These Things That I’ve Done

ENCORE

Shot at the Night

When You Were Young

 

*O Κωστής Κοτσώνης είναι απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας ΑΠΘ και μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ στο ΑΠΘ. Του αρέσει να τριγυρνά στην πόλη και να φωτογραφίζει με τη μέτριας τεχνολογίας – όπως ο ίδιος ισχυρίζεται- φωτογραφική μηχανή του τις ομορφιές και τις ασχήμιες που αντικρίζει. Ευελπιστεί ότι κάποτε οι πρώτες θα είναι περισσότερες από τις δεύτερες. Mέχρι τότε γεμίζει το χρόνο του γράφοντας, παίζοντας μουσική και κάνοντας εκπομπές στο ραδιοφωνικό σταθμό Radio Nowhere. Θα τον βρεις και στο Instagram