Κατασκηνωτικό reunion | 21 χρόνια μετά, στα ίδια μέρη ξαναβρεθήκαμε

Μαρία-Άννα Τανάγια

«Όχι δε χωριζόμαστε για πάντοτε παιδιά, μα θα ξαναβλεπόμαστε αδέρφια μου συχνά», ήταν η υπόσχεση που δώσαμε το σωτήριο έτος του 1996.  Χρειάστηκαν περίπου 21 χρόνια για να την τηρήσουμε και να βρεθούμε ξανά στην αγαπημένη μας κατασκήνωση ένα κρύο κυριακάτικο πρωινό.

Μαρία-Άννα Τανάγια

Η πρόσκληση στο κλειστό (και κάπως ξεχασμένο) group ήταν σαφής και δεν υπήρχαν περιθώρια διαπραγμάτευσης. Ο Τιμολέων Τιραμόλας αποφάσισε να μας συγκεντρώσει όλους στο Χορτιάτη για να επισκεφτούμε ξανά την κατασκήνωση που όλοι αγαπήσαμε.

 

Η κατασκήνωση

Η κατασκήνωση. Αυτή η μοναδική εμπειρία με τις αμέτρητες ιστορίες που έγιναν αναμνήσεις, οι οποίες, κοίτα να δεις, δεν έσβησαν ποτέ απ’ τη μνήμη σου και πήγαν και στρογγυλοκάθισαν στο θυμικό σου.

Θυμάμαι σαν τώρα να περνάω την πύλη της κατασκήνωσης των εργαζόμενων του ΥΠΕΧΩΔΕ στο Χορτιάτη. Ήταν το καλοκαίρι μεταξύ Β΄ και Γ΄ Δημοτικού: η πρώτη φορά που θα κοιμόμουν μακριά απ’ τους γονείς μου μ’ ένα τσούρμο εντελώς άγνωστα κοριτσάκια. Η πρώτη φορά που κλήθηκα να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Θυμάμαι να θέλω να φύγω τη δεύτερη μέρα. Και να σκέφτομαι πως «περίμενε λιγάκι. Ίσως να είναι καλύτερα στη συνέχεια».

Και ήταν. Και κάναμε δραστηριότητες. Και κυνήγια θησαυρού στο βουνό. Και βραδιές θεάτρου. Και διαγωνισμό τραγουδιού. Και φάρσες στα αγόρια. Θυμάμαι, τελικά, να θέλω να πηγαίνω κάθε καλοκαίρι. Να μετρώ αντίστροφα τις μέρες μέχρι να φύγω κατασκήνωση και να κλαίω γοερά κάθε μα κάθε φορά που τελείωνε.

Η συνάντηση

«Να, από εδώ η γυναίκα μου και οι δύο κόρες μου, έχουν ακούσει τόσες και τόσες ιστορίες για την κατασκήνωση που περίμεναν τη συνάντηση πώς και πώς».

«Είσαι ολόιδια. Σαν να σε βλέπω μωρό».

«Θυμάσαι τη φάρσα που κάναμε στα κορίτσια, βάζοντας οδοντόκρεμα στα παπούτσια»;

«Ρε παιδιά, καμιά κραυγή θα πούμε»;

«Ποιος ήταν αρχηγός στην τελευταία περίοδο»;

«Με τη Ζωή μιλάει κανείς; Να την ψάξουμε στο Facebook»!

«Ο Άγγελος έπρεπε να πάει Γιάννενα για δουλειά. Στην επόμενη συνάντηση πρέπει να έρθει».

Παραλήρημα. Κρεσέντο. Όλοι όσοι μπορέσαμε να δώσουμε το «παρών», το κάναμε με τον πιο ηχηρό τρόπο. Μαζί με παιδιά, σκυλιά και μπόλικες αναμνήσεις. Ξέρεις, από εκείνο το «κουτάκι» που’ χεις φυλαγμένες τις πιο πολύτιμες  σου ιστορίες –μαζί με τ’ αποκόμματα από εισιτήρια, ταξίδια και φεστιβάλ.

Η επιστροφή

Καμία επιστροφή δεν είναι εύκολη. Ειδικά, όταν το θέαμα δε θυμίζει σε τίποτα όλα όσα θυμόσουν. Στη δική μας περίπτωση, μετά την τελευταία κατασκηνωτική χρονιά του ’96, επήλθε η εγκατάλειψη. Ο χρόνος ήταν κάπως αμείλικτος για την αγαπημένη μας κατασκήνωση και η προσπάθειά μας να εισβάλλουμε στο χώρο περισσότερο μας προβλημάτισε παρά μας χαροποίησε (αυτό, βέβαια, δεν επηρέασε καθόλου τη διάθεση για επετειακές σέλφι και εξερεύνηση στους ρημαγμένους πια χώρους).

Το πικ νικ

Το καταφύγιο των Προσκόπων (το οποίο a propos συνιστώ ανεπιφύλακτα για κυριακάτικες εξορμήσεις) μας υποδέχτηκε φιλόξενα όπως πάντα. Τα ταπεράκια βγήκαν. Οι κουβερτούλες στρώθηκαν. Τα παιδάκια ξετρελάθηκαν. Οι γονείς συνέχισαν τις ιστορίες με ελάχιστες αναφορές στο σήμερα. Μετά την πεζοπορία με σκοπό να βρούμε το ξέφωτο που πηγαίναμε τότε (το οποίο δε βρήκαμε ποτέ), ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού. Ξανά.

Στο δρόμο προς την επιστροφή προσπαθούσα να βάλω τις σκέψεις μου στη σειρά και κυρίως να θυμηθώ όσα περισσότερα μπορώ από αυτή τη μέρα. Όπως…

Την ατάκα της κόρης του Τριαντάφυλλου: «μπαμπά, ήταν η ωραιότερη μέρα της ζωής μου».

Την κουβέντα της Σοφίας: «αν και δε βλεπόμαστε, είμαστε ακόμα πολύ δεμένοι. Είμαι σίγουρη ότι ο Δημήτρης θα μ’ εμπιστευόταν για να κρατήσω τα παιδιά του, για παράδειγμα».

Τον ενθουσιασμό του Δημήτρη όταν έλεγε: «στις μικρές μου, αντί για παραμύθια, τους εξιστορούσα όλες τις φάρσες που κάναμε».

Τα εντυπωσιακά μάτια της Βαλεντίνας που με κοίταξαν με τον ίδιο ακριβώς ζεστό τρόπο όπως τότε που παίζαμε στην παιδική χαρά.

Την αγκαλιά της Πιπίνας, αυτή την τόσο γενναιόδωρη χειρονομία, που ήταν ο λόγος για τον οποίο αποφάσισα να μείνω μέχρι τέλους όταν ήμουν Γ’ Δημοτικού.

Το «πρόσταγμα» για παιχνίδι απ’ τον Τίμο, αυτή τη φορά στα παιδιά των κατασκηνωτών, που μου θύμισε τον  έφηβο εαυτό του που ήταν πάντα έτοιμος για την επόμενη δράση.

Την κραυγή του Χρήστου, στην οποία αναπόφευκτα απάντησαν όλοι, όπως τότε που δεν έκανε κανείς βήμα χωρίς την έγκρισή του.

Την ήρεμη δύναμη που απέπνεε πάντα ο Βαγγέλης.

Το χαρακτηριστικό γέλιο της Έρης.

Την μποέμ παρουσία του Αλέξη.

Αυτό το κείμενο είναι γραμμένο κι αφιερωμένο σ’ όλους όσους πέρασαν απ’ τη συγκεκριμένη κατασκήνωση. Για να μας υπενθυμίσει τα πιο ξέγνοιαστα καλοκαίρια της ζωής μας. Τους πρώτους μας έρωτες. Τις πρώτες βαθιές φιλίες. Την έννοια της προσφοράς και της ουσιαστικής αλληλεγγύης. Το συναίσθημα πως μπορείς και πάλι να νιώσεις σαν παιδί. Και αυτό δεν πρέπει να ξεχνιέται, ούτε να υπενθυμίζεται μια φορά στα 21 χρόνια.