Κλαίρη Θεοδώρου: «Όλα τα αναγνώσματα σε διαμορφώνουν. Όλα σε καθιστούν αυτό που είσαι ή που δεν είσαι»

Μαρία-Άννα Τανάγια

Φωτογράφος. Εκπαιδευτικός. Συγγραφέας. Οι ιδιότητες της Κλαίρης Θεοδώρου αποκαλύπτουν στοιχεία μιας καλλιτεχνικής και δημιουργικής προσωπικότητάς. Ήθελα, όμως, να την γνωρίσω καλύτερα και η καλύτερη αφορμή ήταν η κυκλοφορία του νέου της βιβλίου «Η Αποικία της Λήθης» που κυκλοφορεί απ’ τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Η συνέντευξη που ακολουθεί, εκτός απ’ τις δικές μου ερωτήσεις, περιλαμβάνει και τις ερωτήσεις των δύο αναγνωστριών που κέρδισαν από ένα αντίτυπο του βιβλίου. Καλή ανάγνωση!

Μαρία-Άννα Τανάγια

Μεγαλώσατε στη Γερμανία. Τι θυμάστε έντονα από τα παιδικά σας χρόνια εκεί;

Θυμάμαι τη μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα, τα κόκκινα φύλλα που μάζευα το φθινόπωρο και τα έβαζα σ’ ένα άλμπουμ, τις υπέροχες βόλτες με τη μαμά μου στην παλιά πόλη, τον τεράστιο σκύλο που είχε η σπιτονοικοκυρά μας που χαμήλωνε το σώμα του κάθε φορά που με έβλεπε, για να ανέβω στην πλάτη του και να πάμε βόλτα στην αυλή, το έλκηθρο στο χιονισμένο λόφο πίσω από το σπίτι μας, τα βράδια που μου διάβαζαν οι γονείς μου στο κρεβάτι πριν κοιμηθώ.

Σε ποια ηλικία επιστρέψατε Ελλάδα; Τι σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση κατά την άφιξή σας;

Επιστρέψαμε οριστικά στις αρχές του Δημοτικού, πηγαίναμε όμως πάντα τα καλοκαίρια στη Γερμανία, στη Στουτγάρδη, καθότι ο μπαμπάς μου έκανε έρευνα εκεί στο ινστιτούτο Max Planck. Νομίζω ότι αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο όταν γύρισα – κι ας ήμουν τόσο μικρή – ήταν ο υπέροχος ήλιος του Αττικού ουρανού, αυτό το ζεστό φως που ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή.

Διάβασα πως έχετε εργαστεί ως φωτογράφος και συντάκτρια σε περιοδικά. Ποια ιστορία δεν βαριέστε να διηγείστε σε φίλους σας από εκείνη την εποχή;

Μα φυσικά το πώς γνώρισα τον μετέπειτα σύζυγό μου. Δουλέψαμε μαζί εκείνη την περίοδο σε ένα φωτογραφικό περιοδικό και παρά τις αντίξοες πολλές φορές συνθήκες, νιώθω πολύ τυχερή που βρέθηκα στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή.

Πλέον εργάζεστε σε σχολεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Ποιο είναι το πιο σημαντικό «μάθημα» που διδαχτήκατε εσείς απ’ τους μαθητές σας;

Το πιο σημαντικό «μάθημα» για εμένα είναι ότι η διδασκαλία οποιουδήποτε μαθήματος είναι απλά αγάπη και έμπνευση. Για το αντικείμενο και για τους μαθητές. Γιατί αν τα παιδιά νιώσουν την αγάπη αυτή, θα κινήσουν γη και ουρανό μόνο και μόνο για να σ’ ευχαριστήσουν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το πόσο πολύ συγκινήθηκα, όταν επικοινώνησαν μαζί μου πρόσφατα κάποιοι πολύ αγαπημένοι μαθητές μου και μου εξομολογήθηκαν πόσο πολύ επηρέασα τη ζωή και τις μετέπειτα αποφάσεις τους. Έχοντας τελειώσει εγκαίρως την ύλη και τις σχετικές επαναλήψεις, τους είχα δείξει στο τέλος της σχολικής χρονιάς της Γ΄ Γυμνασίου φωτογραφίες από  διάφορες ταξιδιωτικές μου αναθέσεις και ρεπορτάζ. Είχα καταλάβει από τότε πόσο γοητεύτηκαν από τις εικόνες αυτές, δεν είχα αντιληφθεί όμως σε τι βαθμό. Όταν, λοιπόν, μου εκμυστηρεύτηκαν τώρα ότι αρκετά παιδιά της τάξης σπουδάζουν πλέον στο ΤΕΙ Φωτογραφίας, επειδή εμπνεύστηκαν τότε απ’ τη δουλειά μου κι από εμένα προσωπικά, μου ήταν αδύνατο να συγκρατήσω τα δάκρυα μου.

Η «Αποικία της Λήθης» είναι το τρίτο σας βιβλίο. Πώς προέκυψε η συγγραφή;

Έγραφα πάντα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, από παιδάκι στην ουσία. Ήταν ένα είδος ψυχικής ανάγκης, ένας τρόπος έκφρασης απαραίτητος στην καθημερινότητά μου. Απλά ποτέ ως ένα σημείο δεν είχα σκεφτεί να προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα, να επικοινωνήσω μέσα από τα γραπτά μου με τον κόσμο.

Σε κάποια πολύ δύσκολη στιγμή της ζωής μου, το 2007, έπεσα στη συγγραφή με τα μούτρα. Είχα ανάγκη να ξεχαστώ, να βυθιστώ σ’ έναν κόσμο διαφορετικό, ξένο στα προβλήματα της καθημερινότητάς μου. Και κάπως έτσι η μια σελίδα έφερε την άλλη και γεννήθηκε το πρώτο μου μυθιστόρημα με τον τίτλο “Salvadera”. Και με αυτό το βιβλίο άνοιξε στην ουσία για εμένα ένας δρόμος. Γιατί, πλέον, η ανάγκη μου να γράφω έπαψε να είναι απλά εσωτερική, τώρα πια τα γραπτά μου είχαν βγει στον έξω κόσμο. Τον ίδιο αυτό δρόμο εξακολουθώ να διαβαίνω ακόμα σήμερα και είμαι βέβαιη πως θα είναι μακρύς. Γιατί πλέον μου είναι αδύνατο να φανταστώ την καθημερινότητά μου χωρίς τη συγγραφή, δεν μπορώ να εγκλωβίσω τις ιστορίες που αφυπνίζονται μέσα μου, να τις καταδικάσω στην αφάνεια.

Πώς θα περιγράφατε με 30-50 λέξεις το νέο σας βιβλίο;

Πρόκειται για ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με έντονα στοιχεία νατουραλισμού, του οποίου η υπόθεση, αν και βασίζεται σε πραγματικά ιστορικά στοιχεία και σε πολύ προσεκτική έρευνα,  είναι προϊόν μυθοπλασίας. Είναι δύσκολο όμως για έναν άνθρωπο που γράφει να χαρακτηρίσει ο ίδιος τα γραπτά του, θεωρώ ότι αυτός ο ρόλος ανήκει δικαιωματικά στους αναγνώστες.

Και οι ερωτήσεις που έστειλαν οι αναγνώστες:

(Ειρήνη Ροδουσάκη)

Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης της ιστορίας; Βασίζεται σε αληθινά γεγονότα;

Το θέμα του συγκεκριμένου βιβλίου στριφογυρίζει στο μυαλό μου πολλά χρόνια τώρα. Ήταν, όμως, δύο οι καθοριστικοί παράγοντες για τη γέννηση αυτής της ιστορίας, δύο εμπειρίες φαινομενικά εντελώς άσχετες μεταξύ τους, που όμως με κάποιο περίεργο τρόπο συνδυάστηκαν στο δικό μου μυαλό. Αρχικά, ήταν η πρώτη επίσκεψη μου στη Λέρο το 1993, μόλις είχα τελειώσει το σχολείο και η σκοτεινή έλξη που ένιωσα αμέσως για το χώρο του Ψυχιατρείου. Κυκλοφορούσα καθημερινά με τη φωτογραφική μου μηχανή εκεί τριγύρω, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσω εικόνες, να κατανοήσω λίγο καλύτερα τι συνέβαινε πίσω από το προστατευτικό συρματόπλεγμα.

Χρόνια αργότερα, μετά από ένα καταστροφικό σεισμό στη Δυτική Μακεδονία, όπου το πατρικό σπίτι του παππού μου χαρακτηρίστηκε κατεδαφιστέο, προσπαθούσαμε με τη μητέρα μου να διασώσουμε κάποια από τα οικογενειακά κειμήλια. Ανάμεσά τους βρέθηκε και μια παλιά, ασπρόμαυρη φωτογραφία γάμου. Η νύφη πόζαρε πανέμορφη και χαμογελαστή στο λευκό της νυφικό κρατώντας αγκαζέ το γαμπρό. Του γαμπρού η μορφή όμως ήταν εξαφανισμένη, αφού είχε καλυφθεί  όλη, μουτζουρωμένη με μαύρο ανεξίτηλο μελάνι. Ακόμα θυμάμαι πως είχα ανατριχιάσει, όταν είχα πρωτοδεί αυτήν τη φωτογραφία. Ποιο μίσος θα μπορούσε να σπρώξει έναν άνθρωπο να προβεί σε μια τέτοια κίνηση, να θελήσει τόσο πολύ να εξαφανίσει κάποιον από προσώπου γης, ώστε να νιώσει την ανάγκη να τον εξαλείψει δια παντός ακόμα και από μια γαμήλια φωτογραφία;

Κάπως έτσι και ύστερα και από επόμενες επισκέψεις στη Λέρο άρχισα να πλάθω μέσα μου το σενάριο, την ιστορία του βιβλίου αυτού συνθέτοντας αναδυόμενες μνήμες, βιώματα και πλαστές επινοήσεις και εντάσσοντάς τα στο κατάλληλο, κατά τη γνώμη μου, σκηνικό.

Επίσης πώς κάνετε την επιλογή ιστορίας;

Η ιστορία αυτή γεννήθηκε και ωρίμασε μέσα μου, όπως συμβαίνει με όλες τις ιστορίες που δημιουργώ. Δεν μπορώ να σας πω πώς ακριβώς πραγματοποιείται αυτή η διεργασία, είναι μια μαγική διαδικασία που ούτε εγώ καταλαβαίνω απόλυτα τα νήματα που την κινούν. Νομίζω πως περισσότερο επιλέγει η ιστορία εμένα, παρά εγώ την ιστορία.

Υπάρχει  συγκεκριμένο μέρος που απομονώνεστε για να γράψετε; 

Λόγω επαγγέλματος γράφω περισσότερο και πιο συστηματικά το καλοκαίρι. Το ησυχαστήριο μου βρίσκεται απομονωμένο σ’ ένα νησί των Κυκλάδων. Εκεί, μπροστά σε ένα υπέροχο παράθυρο με θέα τη θάλασσα, αφήνω τις σκέψεις και τη φαντασία μου να με ταξιδέψουν.

(Χάιδω Σιδηροπούλου)

Θα σας ενδιέφερε να μεταφερθεί η «Αποικία της Λήθης»  στην τηλεόραση;

Θα μου άρεσε η ιδέα του να δω οποιοδήποτε από τα βιβλία μου στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη, μάλιστα στο παρελθόν είχαν υπάρξει τέτοιες προτάσεις και συζητήσεις που τελικά όμως λόγω κρίσης δεν προχώρησαν. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα να δω πώς αντιλαμβάνονται άλλοι άνθρωποι τις εικόνες που έχω εγώ μέσα μου για όσα διαδραματίζονται στα βιβλία μου, να παρατηρήσω πώς θα ενσαρκώνουν οι ηθοποιοί τους ήρωές μου, πώς θα αποδίδουν τις λεπτές αποχρώσεις του χαρακτήρα τους.

Και, καθότι είμαι άνθρωπος – ίσως και λόγω της ενασχόλησης μου με τη φωτογραφία – που οτιδήποτε κι αν γράψω και οτιδήποτε κι αν διαβάσω μετατρέπεται κατευθείαν στο μυαλό μου σε εικόνα, μια τέτοια εξέλιξη θα μου φαινόταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Συγγραφέας γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Συγγραφέας γεννιέσαι. Και ύστερα γίνεσαι. Ξεκινάς πρώτα σαν παιδάκι να ξύνεις τα μολύβια και το μυαλό σου παράλληλα, κάνεις τις πρώτες χαριτωμένες, αλλά αδέξιες απόπειρες και σιγά-σιγά χτίζεις λέξη-λέξη, γραμμή-γραμμή, παράγραφο-παράγραφο αυτό που θες να εκφράσεις, αυτό που χρειάζεσαι να πεις. Παράλληλα διαβάζεις αδιάκοπα, σχεδόν εμμονικά, έργα άλλων. Μεγάλων και μη. Ιστορίες που θαυμάζεις, άλλες που ζηλεύεις, που θα ήθελες απίστευτα πολύ να ήσουν εσύ ο δημιουργός τους και άλλες τέλος που μισείς. Δεν έχει σημασία. Όλα τα αναγνώσματα σε διαμορφώνουν. Όλα σε καθιστούν αυτό που είσαι ή που δεν είσαι, καθοδηγούν την πένα σου αργότερα, διευκολύνουν τη ροή της φαντασίας  σου, τους ορίζοντες της σκέψης σου.