María Eugenia Francisco «Μαγεία, μοίρα, ειρήνη και ευτυχία: Αυτό ήταν η Ελλάδα για εμένα»

Η ιστορία μου αρχίζει σε μια κεντρική γειτονιά της πρωτεύουσας της Αργεντινής, το όμορφο Μπουένος Άιρες, γη του ταγκό και του ποδοσφαίρου.

Η τρέλα μου για την Ελλάδα άρχισε με μια ταινία που δεν είναι καν ελληνική: το “Alexander” του Oliver Stone. Όταν την είδα, το 2006,  στο σπίτι μου ένιωσα κάτι, σαν ξύπνημα. Κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσω με λόγια. Την είδα πέντε φορές συνεχόμενες μέσα από δύο μέρες. Την επόμενη μέρα έτρεξα σ’ ένα βιβλιοπωλείο και αγόρασα το “Alexander the Great” της Mary Renault. Εκεί άρχισε η πορεία μου.

Για ένα χρόνο, μάζεψα κάθε peso (το εθνικό μας νόμισμα) για να μπορέσω να πάω στη γη του Αλέξανδρου. Έπρεπε να πάω: η Ελλάδα με «καλούσε» πολύ δυνατά. Κι έτσι, μετά τα Χριστούγεννα του 2007, πήρα το αεροπλάνο της Alitalia και μετά από 14 ώρες έφτασα στην Αθήνα. Έκλαιγα όταν είδα για πρώτη φορά τον Παρθενώνα. Έμεινα έναν μήνα και πήγα πάνω-κάτω: στην Αθήνα, στο Σούνιο, στο Ναύπλιο, στην Ολυμπία, στους Δελφούς, στη Θεσσαλονίκη, στην Πέλλα, στη Βεργίνα, στο Δίον, στην Αμφίπολη. Όταν έφυγα, έκλαιγα τόσο πολύ που ένιωθα ότι κάτι από εμένα έμεινε στην Ελλάδα.

Από εκεί και πέρα η ζωή μου δεν ήταν η ίδια.

Όλο το 2008 και το μισό του 2009 έψαχνα τρόπους για να μπορέσω να γυρίσω, αλλά όχι ως τουρίστρια. Ήθελα να ζήσω στην Ελλάδα. Όλα ήταν δύσκολα και ακόμα δυσκολότερη ήταν η γραφειοκρατία.

Μου φάνηκε αδύνατο να έρθω μέχρι… να φτάσει ένα mail. Μια ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών ότι πρόκειται να δώσει υποτροφίες σε αλλοδαπούς. Έκανα όλα τα χαρτιά μου και τα έστειλα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ένιωσα ότι την είχα ήδη κερδίσει. Άρχισα να κάνω τις βαλίτσες μου πριν να έχω νέα και την 29η  Σεπτεμβρίου του 2009 ήρθε το τηλεφώνημα απ’ την Πρεσβεία της Ελλάδος στην Αργεντινή: «έχεις την υποτροφία».

Μέσα σε 10 μέρες έκανα τα χαρτιά μου, αποχαιρέτησα τους φίλους μου και την οικογένεια μου και άφησα το σπίτι μου, την πόλη μου, τη χώρα μου, όλη μου τη ζωή και το παρελθόν.

Άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο.

Η πόλη στην οποία έμεινα ήταν η Θεσσαλονίκη. Γειτονιές, οι 40 Εκκλησιές και το Φάληρο. Έκανα μαθήματα Ελληνικών για επτά μήνες με παιδιά απ’ όλον τον κόσμο. Μετά από ένα χρόνο, άρχισα τα μαθήματα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το δεύτερο μου σπίτι. Σπούδασα Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης. Στην αρχή, κατάλαβα μόνο το «καλημέρα» των καθηγητών.

Στη συνέχεια, με πολύ δουλειά, με πολύ πάθος και επιμονή και στα πρώτα δύο έτη πάντα με τη βοήθεια ενός λεξικού, κατάφερα να περάσω μαθήματα με 7, 8, 9, ακόμα και με 10! Μπορούσα να κάνω παρουσιάσεις μπροστά στους συμφοιτητές μου ή να γράψω μεγάλες εργασίες.

Έτσι, το 2015 πήρα πτυχίο, και τουλάχιστον η μάνα μου ήταν παρούσα εκείνη τη μέρα. Ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία, αλλά πολύ δύσκολη. Έβαζα συνεχώς σε δοκιμασία τόσο την αντοχή όσο και τη δύναμή μου. Όχι μόνο στον ακαδημαϊκό τομέα.

Έχω περάσει όλη την κρίση (η δεύτερη στη ζωή μου). Όπως ήταν λογικό, αφού έγιναν  περικοπές σε συντάξεις, έγιναν και περικοπές σ’ εμάς τους υποτρόφους (χρήματα που αργούν πάντα να πάρουν).  Έτσι, μερικές φορές μου έκοβαν το ίντερνετ, το φυσικό αέριο, δεν μπορούσα να πληρώσω τα ενοίκια, δεν μπορούσα να πάω για καφέ, ν’ αγοράσω ρούχα (είχα κυριολεκτικά 2-3 πραγματάκια), ν’ αγοράσω τα βασικά, όπως φαγητό. Έχω φτάσει μέχρι να τρώω ρύζι ακόμα και για πρωινό ή να φάω μόνο ψωμί και φρούτα που πήρα απ’ τη λέσχη του Α.Π.Θ. για ολόκληρα σαββατοκύριακα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, μόνη μου, μακριά απ’ τους δικούς μου, σε άλλη κουλτούρα και με μια πολύ δύσκολη γλώσσα, πήρα πτυχίο.

Το 2015, γύρισα στην Αργεντινή και μετά από 10 μήνες στη χώρα μου αποφάσισα να γυρίσω στη Θεσσαλονίκη.  Ήθελα να δώσω εξετάσεις για το Μεταπτυχιακό στην Κλασική Αρχαιολογία επίσης στο Α.Π.Θ.

Έφτασα τον Ιούλιο του 2016. Παρόλο που διάβασα πολύ κι ετοιμαζόμουν για να μπω στο μεταπτυχιακό, όλα πήγαν στραβά. Δε με δέχτηκαν, δε βρήκα πουθενά δουλειά, τα αποθέματα τελείωναν σιγά-σιγά και το τελευταίο και το πιο σημαντικό, δεν ήθελαν να μου δώσουν άδεια παραμονής. Κατάλαβα το μήνυμα και γι’ αυτό, μετά από 6 μήνες πάλης, άφησα την Ελλάδα με παρά πολύ λύπη το Δεκέμβριο του 2016.

Ακόμα τώρα όταν μιλάω για την Ελλάδα κλαίω. Νιώθω ότι κάτι από εμένα πάλι έμεινε στην Ελλάδα. Μου πήραν την μισή καρδιά. Πονάει, όπως λέει και ο Σεφέρης. Δεν ήθελα να φύγω, αλλά έπρεπε. Δεν υπήρχε χώρος πλέον για εμένα.

Οι Έλληνες μ’ έκαναν να νιώθω πάντα σαν το σπίτι μου. Ούτως ή άλλως, έχουμε πολλά κοινά ως λαοί. Ποτέ δεν ένιωσαν σαν ξένη, αλλά πάντα σαν Ελληνίδα. Αγάπησα κάθε τι απ’ τη Θεσσαλονίκη, παρόλο που θύμωσα με κάθε αυτοκίνητο παρκαρισμένο όπου να’ ναι. Εκεί, απέναντι απ’ το Θερμαϊκό, γέλασα, έκλαψα, ήπια την μπύρα «Μύθος»  και τον καφέ μου. Φίλησα, αγκάλιασα, σκέφτηκα, ονειρεύτηκα, νοστάλγησα. Αυτή η θάλασσα κρύβει όλα τα μυστικά μου.

Ακόμα και τώρα νιώθω τις γεύσεις της Ελλάδας, τις μυρωδιές, τα χρώματα, το χάδι της θάλασσας και του ήλιου. Η Ελλάδα και η φοιτητική μου ζωή ήταν για εμένα μια σχολή. Ωρίμασα, έγινα δυνατή, άνοιξα το μυαλό μου. Δεν είμαι η ίδια Ευγενία που άφησε την Αργεντινή με μια βαλίτσα γεμάτη όνειρα και φόβους.

Είναι πολύ δύσκολο να συνοψίσω σε λίγα λόγια σχεδόν επτά χρόνια της ζωής μου, αλλά ούτως ή άλλως ό,τι έχω περάσει εγώ δεν μπορεί να μετατραπεί εύκολα σε  λόγια.  Μαγεία, μοίρα, ειρήνη και ευτυχία: Αυτό ήταν η Ελλάδα για εμένα.

Marianna says: «Ευχαριστώ την Αλεξάνδρα Σιδερίδου που μου πρότεινε να βρω την Ευγενία κι εκείνη που δέχτηκε με χαρά να μοιραστεί την ιστορία της! Ποια είναι η δική σου ιστορία; Εκείνη που σε κάνει να νιώθεις περηφάνια και διηγείσαι πάντα με τον ίδιο ενθουσιασμό; Πέρνα μια βόλτα απ’ την Αίθουσα Σύνταξης και μοιράσου την με τους αναγνώστες του publiSHIT»!