Μαρία Τσακίρη: «Συνειδητά έγραψα ένα σκληρό βιβλίο γιατί πιστεύω ότι τίποτε πιο σκληρό και απάνθρωπο δεν υπάρχει στον κόσμο από το βιασμό ενός παιδιού από τον πατέρα του»

 

Μαρία-Άννα Τανάγια

Πάντα με δυσκόλευαν οι εισαγωγές. Άλλες φορές, προσπαθώ να είναι  εντυπωσιακές, άλλες ειλικρινείς. Να έχουν κάτι να σου τραβήξουν την προσοχή.

Αυτή είναι, ομολογουμένως, η δυσκολότερη. Δεν ξέρω τι να γράψω για το  βιβλίο «Ιφιγένεια, ο κύκλος της σιωπής», την αληθινή ιστορία μιας γυναίκας η οποία υπέστη το βιασμό και την κακοποίηση από τον ίδιο της τον πατέρα. Δεν ξέρω καν πώς να περιγράψω την πιο επώδυνη μακράν διαδικασία ανάγνωσης στην οποία υπέβαλα τον εαυτό μου.

Ίσως κάποιες φορές δεν χρειάζονται εισαγωγές. Ούτε πολλά λόγια. Ίσως καλύτερα να πάρει το λόγο η Μαρία Τσακίρη, η δημοσιογράφος από τη Θεσσαλονίκη η οποία τόλμησε να δημοσιοποιήσει αυτή την τόσο σοκαριστική ιστορία  με απώτερο στόχο να σπάσει ο κύκλος της σιωπής.

Μαρία-Άννα Τανάγια

Έχω αμέτρητες ερωτήσεις για το βιβλίο και συνάμα μια φοβερή αμηχανία γιατί δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω. Θα ήθελα, όμως, πρώτα να ρωτήσω κάποια πράγματα για εσάς. Γεννηθήκατε στην Κατερίνη. Ποια είναι η αγαπημένη σας εικόνα απ’ τη γενέτειρά σας;

To πατρικό μου σπίτι έξω από την πόλη. Ως καπνοτεχνίτης, ο πατέρας μου δικαιούνταν να μένει με την οικογένειά του μέσα στον πολύ μεγάλο και περιφραγμένο χώρο του Καπνικού Σταθμού. Εκείνο το σπίτι που έζησα τα παιδικά μου χρόνια σε συνδυασμό με τον περιβάλλοντα χώρο του είναι η αγαπημένη μου εικόνα. Φράουλες την άνοιξη, κεράσια νωρίς το καλοκαίρι, ροδάκινα, δαμάσκηνα, αχλάδια και μήλα όλο το χρόνο, λωτοί το χειμώνα. Λαχανικά που σπέρναμε και φροντίζαμε, κότες και κοκόρια που περπατούσαν δίπλα μας… Η Νόμα, η πρώτη μου σκυλίτσα που έκλεβε κάθε μέρα ένα αυγό και το έφερνε στη μητέρα μου για να της το βράσει. Ένας τεράστιος κήπος με λουλούδια. Τριανταφυλλιές, γαρυφαλλιές και ντάλιες. Χωράφια. Φρεσκοοργωμένη γη. Και φυσικά καπνά. Έβλεπα να φυτεύονται οι σπόροι, να γίνονται βλαστοί, να μεταφυτεύονται και μετά δίμετρα φυτά. Να ανθίζουν, να γίνεται η γονιμοποίησή τους, η ωρίμανση, η συγκομιδή και τελικά η ξήρανσή τους. Χρώματα και αρώματα μιας άλλης, ανέμελης εποχής, που μου λείπουν πολύ.

Έχετε εργαστεί ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνο, γραφείο Τύπου. Ποια είναι η πιο αγαπημένη σας επαγγελματική στιγμή;

Όταν για πρώτη φορά συμμετείχα σε κομβόι ανθρωπιστικής βοήθειας στη Σερβία. Ο Δήμος που εργαζόμουν είχε συγκεντρώσει τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης κι εγώ ως υπεύθυνη του γραφείου τύπου διοργάνωσα παράλληλα μια δημοσιογραφική  αποστολή, στην οποία συμμετείχαν πολλοί συνάδελφοι. Τριακοστή πέμπτη μέρα βομβαρδισμών, λοιπόν, κι εμείς βρισκόμαστε στην μισοκατεστραμμένη πόλη Νις, με κατεύθυνση το Βελιγράδι. Ο οδηγός μας αντιλήφθηκε πως μια ξένη νταλίκα μπήκε ανάμεσα στην αποστολή μας. Αυτόματα, το κομβόι μας ήταν μη αναγνωρίσιμο από αέρος, εφόσον μπήκε ο «ξενιστής» ανάμεσά μας. Τον χαρακτηρίζω «ξενιστή» γιατί δε διέθετε στην οροφή του τον κόκκινο σταυρό αφενός και αφετέρου ο αριθμός των οχημάτων αυξήθηκε κατά ένα, σε σχέση με εκείνον που είχε δηλωθεί στον Ο.Η.Ε. Γίναμε, επομένως, στόχος. Ευτυχώς οι συνάδελφοι δεν αντιλήφθηκαν τίποτε. Οι υπεύθυνοι της αποστολής ζήσαμε κάποιες δύσκολες στιγμές μέχρι το όχημα που μας δημιουργούσε πρόβλημα να  απομακρυνθεί και να παραδώσουμε ασφαλή την ανθρωπιστική βοήθεια.

Ποια ιστορία απ’ τη δημοσιογραφική σας πορεία δε βαριέστε ν’ αφηγείστε ποτέ;

Δεκαετία ’80 κι εγώ βρίσκομαι σ’ ένα χωριό του νομού Πέλλας. Είναι η εποχή που βρίσκονται σε μεγάλη άνθιση τα μπαρ με Ασιάτισσες γυναίκες. Η τακτική γνωστή από τους εμπόρους: Μόλις πατούσαν το πόδι τους στην Ελλάδα, όπου τις έφερναν δήθεν για να δουλέψουν ως οικιακοί βοηθοί, τους αφαιρούσαν τα διαβατήρια και τους εξανάγκαζαν στην πορνεία. Με τον άνθρωπο που μου έδωσε το ρεπορτάζ πήγαμε στο ξενοδοχείο όπου τις είχαν κλειδωμένες και σχεδόν τρεις μέρες χωρίς φαγητό. Μίλησα με μια από τις γυναίκες που κατάφερε να «δραπετεύσει» για να ζητήσει την άμεση συνδρομή της Αστυνομίας και να μιλήσει οπωσδήποτε με τον Άγιο Δομίνικο και την κόρη της. Αφού δεν ήξερα κανέναν, αφού δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο και μάλλον έχοντας άγνοια κινδύνου, πήρα την κοπέλα μαζί μου και την έφερα στη Θεσσαλονίκη! Την πήγα στο σπίτι μου και στη συνέχεια στο σπίτι ενός συναδέλφου. Αφού ενημερώθηκε η αστυνομία και το Υπουργείο Εξωτερικών, την μεταφέραμε σε ξενοδοχείο. Ακολούθησε μια τεράστια κινητοποίηση υπηρεσιών και την επομένη η γυναίκα αυτή ταξίδεψε για την πατρίδα της.

Πώς μία έμπειρη δημοσιογράφος (που γράφει συνεχώς) μπαίνει στη διαδικασία να γράψει ένα βιβλίο; Ήταν  ένα προσωπικό σας όνειρο ή σας παρακίνησε η συγκλονιστική ιστορία της Ιφιγένειας;

Όσα χρόνια εργάστηκα ως δημοσιογράφος δεν μπορώ να πω ότι αποτέλεσε κάποιου είδους όνειρο. Θαύμαζα όμως όλους τους συναδέλφους που το είχαν τολμήσει και ίσως να ζήλευα λίγο. Όταν γνώρισα την Ιφιγένεια και μου είπε την ιστορία της, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως έχω ένα καλό ρεπορτάζ. Αλλά δεν προχωρούσα στη δημοσίευσή του γιατί πίστευα πως ένα τέτοιο θέμα δεν μπορεί να χωρέσει ούτε σε 600 ούτε σε 1000 λέξεις. Ήταν το σημείο που μου μπήκε η ιδέα να το τολμήσω και εγώ. Η σκέψη του βιβλίου άρχισε, πια, να γίνεται πιο συχνή και πιο συνειδητή.

Θα ήθελα ν’ ανατρέξετε την ημέρα που γνωρίσατε την Ιφιγένεια. Νιώσατε ότι αυτή η γυναίκα κουβαλά μια τόσο συγκλονιστική ιστορία;

Η πρώτη εικόνα και το ζεστό χαμόγελό της δεν μ’ έκαναν να νιώσω κάτι τέτοιο την πρώτη στιγμή. Όταν με κοίταξε βαθιά στα μάτια και χρειάστηκε κάποια δευτερόλεπτα για να μου δώσει το «στίγμα» αυτής της συγκλονιστικής ιστορίας κατάλαβα ότι πίσω από αυτά το βλέμμα κρύβεται βαθύς πόνος. Ότι οι πλάτες αυτής της γυναίκας κουβαλούν ένα βαρύ και ασήκωτο φορτίο.

Εκτός απ’ το σοκ που υποθέτω ότι σας προκάλεσαν οι αποκαλύψεις της, ποιες είναι οι πρώτες σκέψεις/συναισθήματά σας;

Χρειάστηκα κι εγώ κάποια λεπτά για να διαχειριστώ αυτές τις αποκαλύψεις. Αισθάνθηκα άβολα, αρχικά. Εντυπωσιάστηκα, όμως, από την ψυχραιμία και την αξιοπρέπειά της την ώρα που μου μιλούσε. Κατάλαβα ότι απέναντί μου έχω μια πολύ σκληρή και συγχρόνως πολύ ευαίσθητη γυναίκα. Ποτέ μα ποτέ η Ιφιγένεια δεν μ’ έκανε να τη λυπηθώ. Δεν το επιτρέπει σε κανέναν, ούτε καν στον εαυτό της. Η μόνη της λαχτάρα ήταν και συνεχίζει να είναι, να κάνει κάτι για τα παιδιά που υπογράφουν «σύμβαση σιωπής» με τους ανθρώπους που τα κακοποιούν. Να μιλήσει στις μάνες, τον πιο αδύναμο κρίκο σ’ αυτόν τον κύκλο. Να τις ταρακουνήσει, μήπως κι ενώσει τη φωνή της με όλους εκείνους που προσπαθούν να αλλάξει κάτι στο θλιβερό και εξοργιστικό κεφάλαιο της παιδικής κακοποίησης. Χάρηκα, τελικά που μ’ εμπιστεύτηκε και άρχισε να ξετυλίγει το μπερδεμένο κουβάρι της ψυχής της.

 

Από εκείνη την πρώτη αποκάλυψη μεσολάβησαν είκοσι χρόνια έως την έκδοση του βιβλίου. Γιατί τόσο μεγάλο διάστημα;

Πράγματι. Και θα σας εξηγήσω γιατί. Όταν τη γνώρισα το 1997 μου είπε πως μια συνάδελφός μου δημοσιογράφος ήθελε να μεταφέρει σε  βιβλίο την ιστορία της. Ήθελε να μάθει για εκείνη αλλά και τη γνώμη μου γενικότερα γι’ αυτήν της την απόφαση. Πίστευα για πολλά χρόνια μετά, ότι αυτό το βιβλίο είχε γραφτεί. Το 2004, όταν βρεθήκαμε στο ίδιο λεωφορείο να τα λέμε, διαπίστωσα δυο πράγματα: Το πρώτο ότι το βιβλίο δεν είχε γραφτεί γιατί η καλή συνάδελφος και φίλη είχε φύγει στην Αθήνα. Το δεύτερο ότι η Ιφιγένεια έμενε σχεδόν απέναντί μου αλλά απίστευτο και όμως αληθινό, δε συναντηθήκαμε ποτέ. Εκεί και πάλι μιλήσαμε για το βιβλίο και της πρότεινα να το κάνω εγώ. Συμφώνησε. Δυστυχώς χαθήκαμε και πάλι. Μεσολάβησε η σοβαρή αρρώστια του παιδιού της και για τρία χρόνια έμενε μαζί του στο νοσοκομείο. Ώσπου το 2013, χρονολογία που φαίνεται ωρίμασε, πια, μέσα μου η σκέψη για την «Ιφιγένεια» επικοινώνησα μαζί της.

«Σε περίμενα …» μου είπε και την άλλη μέρα το πρωί είχαμε την πρώτη μας συνάντηση.

Πόσο εύκολο είναι να διαχειριστείτε αυτή την ιστορία;

Αρχικά ήταν δύσκολο. Η Ιφιγένεια έπρεπε να κάνει αυτό το οδυνηρό ταξίδι στο παρελθόν κι εγώ ήμουν υποχρεωμένη να την συνοδεύσω. Ούτε εκείνη έκανε την αρχή να μιλήσει, ούτε εγώ την πρώτη ερώτηση. Η σιωπή εκείνης της πρώτης συνάντησης μου είπε πολλά. Στην επόμενη ήμασταν και οι δυο πιο έτοιμες. Δειλά – δειλά άρχισε να μου περιγράφει τη ζωή στο σπίτι από τα 7 της χρόνια και μετά. Αλλά και πάλι δυσκολευόταν να περιγράψει με λέξεις τα γεγονότα. Μέχρι που βρήκε έναν τρόπο να μου «μιλήσει». Μου έστειλε στο mail μου ταινίες με θέμα την παιδική κακοποίηση και την υποσημείωση ότι πρέπει να τις δω με προσοχή. Όλα ήταν πιο εύκολα μετά και για τις δυο. Το κοινό μας ταξίδι μόλις ξεκινούσε.

Πόσο επίπονη ήταν για εσάς η διαδικασία της συγγραφής, μια διαδικασία ουσιαστικά αναβίωσης της ιστορίας της Ιφιγένειας;

Όσο και να προσπάθησα να είμαι αποστασιοποιημένη από την ιστορία δεν τα κατάφερα. Τουλάχιστον στην αρχή ήταν όντως επίπονη. Ωστόσο, πιο επίπονη ήταν η απόφαση να ξεριζώσει από την ψυχή της όλα αυτά τα γεγονότα και συναισθήματα η ίδια η Ιφιγένεια. Ήταν λυτρωτική και για τις δύο η κοινή μας απόφαση να μην αποστειρώσουμε τα γεγονότα. Να καταλάβει ο αναγνώστης τι προηγείται και τι ακολουθεί μιας παιδικής κακοποίησης, ειδικά όταν ο δράστης βρίσκεται μέσα στο σπίτι. Και θα το καταλάβει όταν νιώσει ντροπή και όταν νιώσει ότι η «Ιφιγένεια» τον χαστουκίζει. Η αληθινή ιστορία της Ιφιγένειας δεν θα μπορούσε να γραφτεί από εμένα με μισόλογα. Συνειδητά έγραψα ένα σκληρό βιβλίο γιατί πιστεύω ότι τίποτε πιο σκληρό και απάνθρωπο δεν υπάρχει στον κόσμο από το βιασμό ενός παιδιού από τον πατέρα του.

Πώς καταφέρατε να διατηρήσετε την ισορροπία μεταξύ της ιδιότητας της συγγραφέα και της δημοσιογράφου; (διάβασα ότι προηγήθηκε έρευνα από την πλευρά σας για τη διασταύρωση των λεγόμενων της Ιφιγένειας).

Δεν ήταν δύσκολο. Από τη μια ήταν η εμπειρία κάποιων χρόνων που με διευκόλυναν στο γράψιμο, από την άλλη είχα ήδη μπει σ’ έναν καινούριο χώρο – πρόκληση που με συνεπήρε. Προφανώς όμως, σε κάποια σημεία της συγγραφής λειτούργησα περισσότερο ως δημοσιογράφος, ερευνώντας την υπόθεση και διασταυρώνοντας τα στοιχεία που είχα στη διάθεσή μου. Αν τα κατάφερα να ισορροπήσω ανάμεσα στις δυο ιδιότητες θα φανεί από την πορεία του βιβλίου.

Χωρίς ν’  αποκαλύψετε πτυχές της ιστορίας, τι είναι αυτό που σας σόκαρε, σας συγκίνησε ή σας εντυπωσίασε στην ιστορία της Ιφιγένειας; 

Με σόκαρε ο ύπουλος τρόπος που χρησιμοποίησε ο πατέρας για να παραπλανήσει το μυαλό του παιδιού. Με συγκίνησε ότι στην ηλικία των 9 είχε την ωριμότητα της σκέψης να αφήσει το ίχνος της. Με θύμωσε ο ρόλος της μάνας και μ’ εξόργισε η κοινωνία. Μ’ έκανε να κλάψω η προσπάθειά της να επιβιώσει και να κρατηθεί στη ζωή. Με συγκλόνισε ότι την ίδια προσπάθεια έπρεπε να κάνει και το παιδί στην κοιλιά της.

Σκεφτόμουν πως καθημερινά (στο λεωφορείο, στο δρόμο και οπουδήποτε αλλού) συναντάμε ανθρώπους, τους βλέπουμε χωρίς να τους παρατηρούμε και δεν μπορούμε ούτε καν να διανοηθούμε τι ιστορία κουβαλούν. Έχει αλλάξει η «οπτική» σας όταν παρατηρείτε τους ανθρώπους.

Από τότε που βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη, κάπου στο 1982, κυκλοφορώ με τη δημόσια συγκοινωνία, χωρίς ποτέ να σκεφτώ την καθυστέρηση, την πολυκοσμία ή την ορθοστασία. Δεν μου αρέσει ποτέ να μιλώ μέσα στο λεωφορείο. Επιθυμώ όμως να παρατηρώ τους ανθρώπους. Να εξερευνώ τα μάτια τους να εστιάζω στα χείλη τους. Κάθε ένας από τους ανθρώπους που έχω συναντήσει λοιπόν στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ, ειδικά εκείνοι που κρατούν τα χείλη τους σφιχτά κλεισμένα, πιστεύω πως είναι πρωταγωνιστές μιας ιστορίας που μπορεί να γίνει βιβλίο. Κάποια από όλες αυτές τις ιστορίες μπορεί να είναι συγκλονιστική όπως είναι της Ιφιγένειας. Άρα η οπτική μου παραμένει ίδια εδώ και τρεις δεκαετίες, αφού έτσι κι αλλιώς συνεχίζω να παρατηρώ τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο.

Ο «κύκλος της σιωπής», στην περίπτωση της Ιφιγένειας, έσπασε. Θεωρείτε ότι υπάρχουν πολλές αντίστοιχες αποσιωπημένες ιστορίες ακόμα και σήμερα;

Ναι, πιστεύω ότι ο κύκλος της σιωπής στη χώρα μας παραμένει κλειστός. Υπάρχουν παιδιά εκεί έξω σ’ ολόκληρο τον κόσμο που ζουν αυτά που έζησε η Ιφιγένεια. Που ζητούν βοήθεια και δεν υπάρχει κάποιος να τους ακούσει. Υπάρχουν μάνες που κάτι έχουν δει, κάτι έχουν υποψιαστεί αλλά κρατούν το στόμα τους κλειστό. Σ’ αυτές τις μάνες απευθύνεται η «Ιφιγένεια». Αυτές τις μάνες θέλει να ταρακουνήσει, για να το τολμήσουν. Αν σπάσει ο κύκλος της σιωπής τότε ίσως αλλάξουν και πολλά στο θέμα της νομικής αντιμετώπισης της παιδικής κακοποίησης.

Ποιο είναι το ηχηρό μήνυμα που στέλνετε σε γυναίκες που έχουν υποστεί οποιασδήποτε μορφής βία και κακοποίηση;

Υπεύθυνος για την κακοποίηση κάθε γυναίκας και παιδιού είναι μόνο ο δράστης. Μην αισθάνεστε ενοχές και μην κάνετε το λάθος να μετατρέψετε την κακοποίηση ή την ενδοοικογενειακή βία σε ένοχο μυστικό. Όσο βαθιά και να το θάψετε στην ψυχή σας, το μυστικό αυτό θα σας καταστρέψει. Καταγγείλτε το δράστη ΤΩΡΑ, ακόμη κι αν βρίσκεται μέσα στο ίδιο σας το σπίτι.

Ποια είναι η ιδανική πορεία του βιβλίου για εσάς;

Να διαβαστεί από όσες περισσότερες μάνες γίνεται. Να ακουστεί η κραυγή της Ιφιγένειας. Αν αυτό σημαίνει και πωλήσεις του βιβλίου, ακόμη καλύτερα.

Τέλος, θα ήθελα να μου πείτε τι διαβάζετε αυτήν την εποχή!

Ξαναδιαβάζω τα 100 χρόνια μοναξιάς του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Νομίζω ότι αυτό το βιβλίο χρειάζεται μια δεύτερη ματιά και εστίαση στις μικρές λεπτομέρειες που τώρα πια καταλαβαίνω ότι κάνουν τη … διαφορά.

 

Marianna says: «Μάθε περισσότερα για το βιβλίο, περνώντας μια βόλτα απ’ την ιστοσελίδα των εκδόσεων Ψυχογιός»