Μαρίνα Αμπράμοβιτς: μία ασυνήθιστη καλλιτέχνις | vol. 2

Η Ναταλία Τσούλου μας παρουσιάζει τη «γιαγιά» της performance art. Ποια ήταν η Μαρίνα Αμπράμοβιτς, ποια όρια ξεπέρασε για χάρη της τέχνης, ποια ήταν η πορεία της ζωής της και πώς επηρέασε την τέχνη που τόσο παθιασμένα αγάπησε και ευλαβικά πιστά υπηρέτησε; Αφού διάβασες το πρώτο μέρος, ιδού η συνέχεια! 

Το 2011 παρουσιάζει την παράσταση «Η ζωή και ο θάνατος της Μαρίνας Αμπράμοβιτς». Ήταν μια δική της ιδέα, την οποία πριν χρόνια είχε αφηγηθεί στον Μπόμπ Γουίλσον με την παράξενη επιθυμία της να σκηνοθετήσει εκείνος την κηδεία της. Με χιούμορ, λυρισμό και ταυτόχρονα συγκλονιστικές στιγμές από τη ζωή και το έργο της, με τον Γουίλιαμ Νταφόε σε ρόλο αφηγητή και εκλεκτούς τραγουδιστές, ευφάνταστα κοστούμια και με την ιδιαίτερη γραφή του Γουίλσον, η όπερα αποτελεί ένα μοναδικό σύγχρονο έργο με ζωντανή τη καλλιτέχνιδα στη σκηνή να υποδύεται τον εαυτό της αλλά και τη μητέρα της. Παράλληλα, σχεδιάζει άψογα την κηδεία της στα τρία μέρη του κόσμου όπου έζησε (Βελιγράδι, Αμστερνταμ, Νέα Υόρκη), μία με πραγματικό πτώμα και δύο με ομοίωμα, με την άποψη ότι όπου ζεις, πεθαίνει ένα κομμάτι σου· δηλαδή η ίδια η ζωή σε θανατώνει.

«Φοβόμαστε τόσο πολύ τον πόνο, φοβόμαστε τόσο πολύ να υποφέρουμε, φοβόμαστε τόσο πολύ τα πράγματα που δεν γνωρίζουμε», λέει η Αμπράμοβιτς.

«Οπότε, πάντα διαλέγουμε τον εύκολο δρόμο. Και όταν διαλέγεις τα πράγματα που σου αρέσουν να κάνεις, δεν αλλάζεις ποτέ. Καθώς δημιουργώ επικίνδυνες καταστάσεις, χρησιμοποιώ την ενέργεια του κοινού για να διευρύνω αυτά τα όρια και να αποδείξω ότι εφόσον μπορώ να το κάνω στη ζωή μου, μπορούν και στη δική τους. Αν εμπιστευθείς τον πόνο, φτάνεις σε ένα άλλο επίπεδο συνείδησης. Είναι ο μοναδικός τρόπος».

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ

Δύσκολα θα βρεις περσόνα που μπορεί να χαρακτηριστεί περισσότερο αντισυμβατική από τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Χαρακτηρίζεται ως «ελεύθερη» και «απεριόριστη». Κάνοντας τέχνη, αφήνει τον εαυτό της να εκτεθεί σε παράτολμες φυσικές και ψυχολογικές δοκιμασίες. Δε διστάζει, παρά τους τραυματισμούς, να συνεχίζει να καρφώνει τη λάμα ενός μαχαιριού, που κρατά με το ένα της χέρι, ανάμεσα στα δάχτυλα του άλλου της  χεριού, του οποίου την παλάμη ακουμπά στο λευκό πάτωμα. Τραβά, γέρνοντας με το βάρος της, ένα τόξο που τη χορδή του τεντώνει ο παρτενέρ της με οπλισμένο ένα βέλος που τη στοχεύει και αν εκείνος κουραστεί και αφήσει τη χορδή, η ίδια θα διαπεραστεί από το βέλος. «Το ζητούμενο, λέει η Αμπραμοβιτς, δεν είναι να τρομάξεις τον θεατή, αλλά να τον βοηθήσεις να συναισθανθεί την πνευματικότητα, να γίνει καλύτερος. Να τον κάνεις να νιώσει μέρος του έργου…Ο πόνος απελευθερώνει από το φόβο του θανάτου».

39010

Η ίδια θεωρεί τον εαυτό της ως την κορυφαία στον κόσμο εκπρόσωπο της τέχνης της περφόρμανς μαζί με την Τζόαν Τζόνας και αυτοαποκαλείται «γιαγιά της Performance Art» .

ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ

«Τι να την κάνεις την ευτυχία; Δεν έχει τίποτα να σου μάθει. Αντιθέτως, ο πόνος, η δυσκολία, το εμπόδιο σε μεταβάλλει, σε διδάσκει ποιος είσαι, ενδεχομένως σε δυναμώνει ή σε κάνει και καλύτερο. Κυρίως σου δίνει να καταλάβεις τη φοβερή αξία του «εδώ» και του «τώρα». Στις δυστυχισμένες στιγμές είμαστε παρόντες στη ζωή μας. Δεν αλλάζει ο άνθρωπος όταν είναι ευτυχισμένος, αλλά όταν υποφέρει».

«Τις περισσότερες φορές προσπαθούμε να κάνουμε πράγματα που μας αρέσουν. Κάνοντάς τα όμως παραμένουμε ίδιοι. Όταν όμως κληθούμε να αντιμετωπίσουμε κάτι εξαιρετικά δύσκολο όπως έναν θάνατο, μια ανίατη ασθένεια, ένα ατύχημα, τότε βλέπουμε να αναδύεται μια διαφορετική μας πτυχή. Τότε αλλάζουμε πραγματικά και βαθιά». Για την Αμπράμοβιτς, ο καλλιτέχνης οφείλει να μιλήσει για τη δυστυχία. Οφείλει επίσης, να μιλάει για το θάνατο, χωρίς να τον φοβάται. Πρέπει κι ο ίδιος «να ξέρει να πεθάνει».

«Στις περφόρμανς εμπλέκω το κορμί μου για να απελευθερωθώ από τον φόβο. Το σώμα υπακούει πλήρως στο μυαλό και το τελευταίο είναι που μας βάζει όλα τα εμπόδια, δημιουργεί αναχώματα και ενδοιασμούς. Καταφέρνοντας λοιπόν να καθυποτάξω το σώμα, στο τέλος επιβάλλομαι και στη σκέψη».

ΕΡΓΑ ΤΗΣ

Ρυθμός 10, 1973

Στα πρώιμα έργα της, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, έκανε μία σειρά από παραστάσεις που τις ονόμασε Ρυθμός. Εκεί άρχισε να εξερευνά τα στοιχεία του τελετουργικού και της χειρονομίας χρησιμοποιώντας το ίδιο της το σώμα και γίνεται η ίδια ένα είδος πειραματόζωου. Στη πρώτη της περφόρμανς το 1973 με τίτλο «Ρυθμός 10», όλα της τα εργαλεία ήταν είκοσι μαχαίρια και δύο συσκευές εγγραφής βίντεο. Η καλλιτέχνιδα προκάλεσε ισχυρό σοκ στο κοινό της παίζοντας ένα είδος, από την περιβόητη «Ρώσικη Ρουλέτα», στην οποία με ρυθμικά σφυροκοπήματα του μαχαιριού και με μεγάλη ταχύτητα σημάδευε ανάμεσα στα δάχτυλά της. Κάθε φορά που κατά λάθος κοβόταν, έπαιρνε ένα καινούργιο, καθαρό  μαχαίρι από τη σειρά των 20.

MA4360_Rhythm-10_Stage-07_Book-1024x712

Όλη την επιχείρηση την κατέγραψε σε βιντεοκασέτα. Μετά από τα 20 κοψίματα του εαυτού της ξαναέβαλε την ταινία να παίξει ακούγοντας προσεκτικά τους ήχους και ξαναπροσπάθησε να κάνει τις ίδιες κινήσεις αποφεύγοντας τα ίδια λάθη, αναμειγνύοντας το παρελθόν με το παρόν. Η Μαρίνα με το έργο της από την αρχή, ανέλαβε την πιο δύσκολη αποστολή –να εξερευνήσει τα φυσικά και νοητικά όρια του ανθρώπου– τον «πόνο και τους ήχους της σουβλιάς», το διπλό ήχο: από την ιστορία και από την ανταπάντησή της. Με αυτό το πρώτο έργο, λοιπόν, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς άρχισε να μελετά σοβαρά την κατάσταση του νου του εκτελεστή. «Όταν μια φορά μπαίνει κανείς στην κατάσταση της περφόρμανς μπορεί να πιέσει το σώμα του να κάνει πράγματα τα οποία σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε κανονικά να τα κάνει», δήλωσε η ίδια.

Φλεγόμενο Αστέρι, 1974

Και σε αυτή την περφόρμανς της η Αμπράμοβιτς αναζητούσε την ενέργεια που παράγεται μέσα από τον ακραίο σωματικό πόνο, αυτή τη φορά χρησιμοποιώντας το μεγάλο πεντάγωνο (κομμουνιστικό) αστέρι το οποίο το μούσκεψε με βενζίνη στην αρχή της παράστασης. Καθούμενη έξω από το αστέρι η καλλιτέχνιδα πρώτα έκοψε τα νύχια της, τα μαλλιά της, τα νύχια των ποδιών. Τη στιγμή που τέλειωνε με το καθένα από αυτά, μάζευε τα κομμένα απομεινάρια των νυχιών ή των μαλλιών και τα έριχνε μέσα στις φλόγες προκαλώντας κάθε φορά μία μικρή έκρηξη φωτός. Καίγοντας το κομουνιστικό πεντάγωνο αστέρι απεικόνιζε σωματική και πνευματική κάθαρση, ενώ απευθυνόταν στην πολιτική παράδοση της χώρας της.

tumblr_m03f1zOKg91qbwafbo1_500

Στην τελική πράξη της κάθαρσης, η Μαρίνα εκτόξευσε τον εαυτό της και πηδώντας μέσα στις φλόγες, κάθισε στη μέση του μεγάλου αστέρα. Λόγω του φωτός και του καπνού το κοινό που παρακολουθούσε την περφόρμανς δεν αντιλήφθηκε ότι, αφού βρέθηκε εντός του αστέρα έμεινε χωρίς αισθήσεις, λόγω της έλλειψης οξυγόνου. Μερικοί άνθρωποι κατάλαβαν ότι κάτι δεν πάει καλά, τη στιγμή που οι φλόγες την πλησίασαν παρά πολύ και αυτή δεν αντέδρασε με κανένα τρόπο. Ευτυχώς η δράση του κόσμου ήταν στιγμιαία, βρέθηκε κι ένας γιατρός και την έβγαλαν έξω από το φλεγόμενο αστέρα. Όταν αργότερα την ρώτησαν να σχολιάσει αυτό το περιστατικό, η απάντηση της ήταν η εξής: «Ήμουν πολύ θυμωμένη, γιατί κατάλαβα ότι υπάρχουν φυσικά όρια: όταν χάνεις την συνείδησή σου δεν μπορείς να είσαι παρόν, δεν μπορείς να συνεχίσεις την περφόρμανς».

Έκανε μία μεγάλη εξερεύνηση σχετικά με τη φύση του νου και του σώματος και τη σχέση αυτών των δύο. Στα πλαίσια αυτής της εξερεύνησης έκανε αργότερα ταξίδι στο Θιβέτ και στην έρημο της Αυστραλίας. Μετά, ανέπτυξε ακόμη περισσότερο το εγχείρημα «Ρυθμός» συνεχίζοντας να πειραματίζεται με τον ίδιο το εαυτό της, πάντα στα όρια της αντοχής.

Η Αμπράμοβιτς είναι μυστικίστρια, έως σήμερα. Ασχολείται με την ενέργεια, την αύρα, τις ανατολικές θρησκείες, τον διαλογισμό.

Ρυθμός 0, 1974

Τη δοκιμή των ορίων της σχέσης ανάμεσα στον εκτελεστή της περφόρμανς και το κοινό, η Μαρίνα ανάπτυξε με μία από τις πιο προκλητικές και τις πιο γνωστές της παραστάσεις. Στον εαυτό της έδωσε ένα παθητικό ρόλο και στο κοινό ενεργητικό. Πάνω σε ένα τραπέζι τοποθέτησε 72 διαφορετικά αντικείμενα με τα οποία μπορούσε ο καθένας να της κάνει ό,τι ήθελε. Κάποια αντικείμενα ήταν ευχάριστα και θα της προκαλούσαν ηδονή, ενώ άλλα θα μπορούσαν να της προκαλέσουν πόνο και να τη βλάψουν με διάφορους τρόπους. Ανάμεσα σε αυτά ήταν  προφυλακτικά, υπνωτικά χάπια, σχοινιά, ψαλίδια, μαχαίρι, μαστίγιο, αλλά το πιο επικίνδυνο απ΄ όλα ήταν ένα πιστόλι με μόνο μία σφαίρα μέσα και δίπλα υπήρχε αναρτημένη πινακίδα όπου αναγραφόταν πως οι επισκέπτες της έκθεσης μπορούσαν να της κάνουν οτιδήποτε με τα αντικείμενα αυτά, χωρίς να επωμισθούν καμία ευθύνη. Στην αρχή τα μέλη του κοινού αντέδρασαν με προσοχή και μετριοπάθεια, αλλά όσο περνούσε ο χρόνος αυξανόταν και η τόλμη τους και μερικοί από αυτούς άρχισαν να δρουν πραγματικά βίαια. Όπως η ίδια περιέγραψε αυτή τη μοναδική και αξέχαστη εμπειρία της: «Η εμπειρία που είχα με έμαθε ότι αν αφήσεις το κοινό να αποφασίζει, μπορεί να σε σκοτώσει. Αισθανόμουν πραγματικά σαν να με βιάζουν: έκοψαν τα ρούχα μου, τρυπούσαν το στομάχι μου με αγκάθια τριαντάφυλλου, μέχρι που ένας από αυτούς σημάδεψε το πιστόλι στο κεφάλι μου, αλλά κάποιος άλλος του το πήρε. Δημιούργησα μία επιθετική ατμόσφαιρα. Μετά από έξι ώρες, όπως το είχα προσχεδιάσει, σηκώθηκα και άρχισα να περπατάω προς το κοινό. Όλοι το ‘βαλαν στα πόδια αποφεύγοντας την ενδεχομένη σύγκρουση μαζί μου».

«Δεν είμαι μαζοχίστρια» διευκρίνισε σε μια συνέντευξή της. «Δεν αγαπώ τον πόνο καθόλου. Ο λόγος που μπήκα σε αυτή τη διαδικασία δεν ήταν για να ευχαριστηθώ, αλλά για να βρεθώ στο σημείο που η απελευθέρωση από τον πόνο σε μυεί στο νόημα και στον πλούτο του πνευματικού κόσμου».

Balkan Baroque, 1997

Στην περίφημη Μπιενάλε της Βενετίας το 1997, έπρεπε να αντιπροσωπεύει την γενέθλια χώρα της, αλλά οι αρχές δεν τα βρήκανε μεταξύ τους σχετικά με την χρηματοδότηση και έτσι το σέρβικο περίπτερο δόθηκε σε κάποιον άλλον καλλιτέχνη.  Όμως, οι Ιταλοί ήθελαν πάσει θυσία τη συμμετοχή της και της έδωσαν ξεχωριστό χώρο, εκτός διαγωνισμού, όπου παρουσίασε την περίφημη «Balkan Baroque». Η περφόρμανς αυτή είχε δύο επίπεδα: στο πρώτο καθόταν πάνω σ’ ένα λόφο από ματωμένα κοκκάλα, ντυμένη με ένα λευκό φόρεμα όπου τα καθάριζε και τα ξέπλενε από τα αίματα, όλη την ώρα κλαίγοντας και θρηνώντας για την κατάρα και τη μοίρα των Βαλκανίων, προσπαθώντας με ένα συμβολικό τρόπο, να ξεπλύνει και να καθαρίσει την αιματηρή ιστορία και τις αμαρτίες των προγόνων της. Το άλλο σκέλος, αποτελούνταν από βιντεοεικόνες που σκηνοθέτησε με κομπάρσους ντυμένους με σερβικές παραδοσιακές στολές, με τα εκτεθειμένα σεξουαλικά τους όργανα.  Επί τέσσερα χρόνια περιόδευε με αυτή την περφόρμανς. «Μου πήρε άλλα τέσσερα χρόνια να απαλλαγώ από τη μυρωδιά», ομολογεί.

marina-abramovic4

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΜΑΡΙΝΑ ΑΜΠΡΑΜΟΒΙΤΣ

Το μεγάλο της σχέδιο είναι το Ινστιτούτο Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Στο Χάντσον, σε απόσταση δύο ωρών από το Μανχάταν, το οποίο υπολογίζεται να είναι έτοιμο ως το 2014, έχει οργανώσει το ίδρυμά της, με ένα είδος θεάτρου με οπτικοακουστικά, σχολή περφόρμανς και χώρο φιλοξενίας καλλιτεχνών, με στόχο να γίνει το κέντρο μελέτης της τέχνης, με την οποία ταύτισε το όνομά της. Θα χρηματοδοτεί πολύωρες περφόρμανς (έργα από έξι ώρες και πάνω), θα επιτρέπει στο κοινό και τους καλλιτέχνες ακόμη και να κοιμούνται εκεί για να προλαβαίνουν να βλέπουν τα έργα. «Η ζωή μας γίνεται ολοένα και πιο γρήγορη. Οφείλουμε να κάνουμε την τέχνη μας ολοένα και πιο αργή», λέει.

MA4357_Rhythm_Zero_011-22A_Book-1024x682

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Θαυμαστής ή όχι της Μαρίνας Αμπράμοβιτς, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ιδιαιτερότητα, το πάθος, τη θέληση, την πίστη, την αφοσίωση και την εφευρετικότητά της.  Οι επικριτές της, ας δείξουν μια διαλλακτικότητα, χάριν του αντισυμβατικού χαρακτήρα και της τόλμης της.