Μαρίνα Αμπράμοβιτς: μία ασυνήθιστη καλλιτέχνις | vol. 1

Η Ναταλία Τσούλου μας παρουσιάζει τη «γιαγιά» της performance art. Ποια ήταν η Μαρίνα Αμπράμοβιτς, ποια όρια ξεπέρασε για χάρη της τέχνης, ποια ήταν η πορεία της ζωής της και πώς επηρέασε την τέχνη που τόσο παθιασμένα αγάπησε και ευλαβικά πιστά υπηρέτησε;

Η Μαρίνα Αμπράμοβιτς (Марина Абрамовић), γεννημένη στο Βελιγράδι της Γιουγκοσλαβίας στις 30 Νοεμβρίου 1946, είναι γνωστή για τις παραστάσεις της, οι οποίες ερευνούν τη σχέση μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού, σε μια προσπάθεια να «ελευθερωθούν» και οι δύο, μα κυρίως για την έκθεσή της χωρίς όρια σε κινδύνους χάριν της τέχνης που εκπροσωπεί για την οποία έχει πει:

«Είναι το οξυγόνο της κοινωνίας. Στη δική μου περίπτωση δεν μπορούσα να δω τη δημιουργία κλεισμένη μέσα σ’ ένα ατελιέ, αλλά σε συνάρτηση με την ίδια τη ζωή, το φόβο, την επιθυμία, το σώμα».

Κόρη δύο εθνικών ηρώων της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, η Μαρίνα ξεκίνησε την καριέρα της τη δεκαετία του ’70 στο Βελιγράδι και έγινε γνωστή στον κόσμο, χρησιμοποιώντας το σώμα της σαν εργαλείο για τη δημιουργία τέχνης. Η Σέρβα καλλιτέχνις, χτένισε κάποτε επί ώρες το κεφάλι της μέχρι που αραίωσαν τα μαλλιά της, χάραξε με ξυράφι στην κοιλιά της το αστέρι- σύμβολο της κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας, ξάπλωσε γυμνή πάνω σε πάγο, έγδερνε ώρες ατέλειωτες με μια βούρτσα τα ματωμένα κόκκαλα μιας αγελάδας.

marina-abramovich-balkan-baroque

Οι γονείς της ανήκαν στη γενιά της νέας, κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβίας και κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν παρτιζάνοι του Τίτο, πολεμούσαν το φασισμό κι έχτισαν τα θεμέλια μιας κοινωνίας που οι αρχές τις βασίστηκαν στο σύνθημα «Αδελφότητα και Ενότητα» με τον στρατιωτικό πατέρα της Βότζα (Воја Абрамовић) να ανακηρύσσεται Εθνικός Ήρωας μετά τον πόλεμο, ενώ η μητέρα της, η Ντάνιτσα, στενή φίλη του Τίτο, μετά τον Πόλεμο έγινε ταγματάρχης στο στρατό και τη δεκαετία του 1960 διατέλεσε διευθύντρια του Μουσείου Επανάστασης και Τεχνών στο Βελιγράδι.

Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Βελιγραδίου μεταξύ του 1965 και του 1970, ενώ ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Ζάγκρεμπ (1972). Από το 1973 έως το 1975, δίδαξε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Νόβι Σαντ, ενώ παρουσίασε και τις πρώτες της παραστάσεις. Όταν σπούδαζε, ένας καθηγητής της είπε ότι δεν έχει ό, τι χρειάζεται για να γίνει καλλιτέχνις. Κι εκείνη πλάνταξε στο κλάμα που δεν είναι άντρας. Τώρα παίρνει την εκδίκησή της.

Το 1971 παντρεύτηκε τον Σέρβο καλλιτέχνη Νέσα Παρίποβιτς (Neša Paripović), με τον οποίο χώρισε το 1976. Τότε εγκατέλειψε τη Γιουγκοσλαβία και μετακόμισε στο Άμστερνταμ.

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ULAY

Στο Άμστερνταμ γνώρισε το Δυτικογερμανό καλλιτέχνη Uwe Laysiepen, γνωστότερο ως Ulay (Ουλάι), με τον οποίο συνεργάστηκαν για περίπου μια δεκαετία (το δέσιμο με τη Μαρίνα φαινόταν και με ένα συμβολικό τρόπο: ήταν γεννημένοι την ίδια μέρα) σχηματίζοντας ένα καλλιτεχνικό δίδυμο, όπου, άνδρας και γυναίκα είναι δύο κοσμικά όντα τα οποία ενωμένα δημιουργούν ένα «ερμαφρόδιτο εγώ», συμπεριφερόμενοι ως «ένα σώμα με δύο κεφάλια». Το ζευγάρι έγινε γνωστό για την προσπάθεια του να χαρτογραφήσει τα όρια της αγάπης και της συμβίωσης μέσω της ζωντανής αναπαράστασης, προσπαθώντας παράλληλα να τοποθετήσει την περφόρμανς ως τέχνη ισάξια με τις υπόλοιπες. Στις παραστάσεις τους, μελετούσαν ακραίες καταστάσεις και τις σχέσεις των σωμάτων τους με το χώρο.

Κάποια στιγμή οι δύο καλλιτέχνες ήταν δύσκολο να ζουν μαζί, με αποτέλεσμα, έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα 12 ετών, να αποφασίζουν το τέλος της σχέσης τους. Ο τερματισμός της δικής τους συνεργασίας και σχέσης είναι ίσως ο πιο εντυπωσιακός και συμβολικός χωρισμός που έχει σημειωθεί στην εποχή μας. «Το Μεγάλο Περπάτημα» ήταν μια από τις πιο γνωστές τους παραστάσεις, αλλά και ταυτόχρονα η τελευταία τους (1988), όταν οι δύο τους αποφάσισαν να διασχίσουν το Σινικό Τείχος, ξεκινώντας ο καθένας από διαφορετικές άκρες μέχρι να συναντηθούν κάπου στη μέση. Το προετοίμαζαν οκτώ χρόνια, όσο χρειάστηκε να βγουν όλες οι απαραίτητες άδειες από τις κινεζικές αρχές. Το αρχικό πλάνο, ήταν να διασχίσουν από τις δύο άκρες το τείχος, να βρεθούνε στη μέση και να παντρευτούνε. Αλλά μετά τα οκτώ χρόνια που χρειάστηκαν, η σχέση τους είχε ατονήσει.

«Αυτό το περπάτημα μετατράπηκε σε ένα πλήρες προσωπικό δράμα. Ο Ουλάι ξεκίνησε από την έρημο Γκόμπι (άντρας – φωτιά) κι εγώ από την Κίτρινη Θάλασσα (γυναίκα, στοιχείο νερού). Αφού περπατήσαμε ο καθένας μας 2.500 χιλιόμετρα, συναντηθήκαμε στη μέση και είπαμε ένας στον άλλον το τελευταίο αντίο».

Η Αμπράμοβιτς συνέλαβε την ιδέα για αυτή την περφόρμανς μέσα σε ένα όνειρό της και αυτό της φάνηκε ως το πιο ρομαντικό τέλος της δίδυμής τους σχέσης, που ήταν γεμάτη από ασταμάτητη δημιουργία, ενέργεια και έλξη. Η Μαρίνα περιέγραψε την διαδικασία αυτή: «Χρειαζόμασταν μια συγκεκριμένη μορφή του τέλους. Μετά από αυτή την τεράστια απόσταση που περπατήσαμε ο ένας προς τον άλλον, αυτό το τέλος ήταν πιο δραματικό, πιο πολύ έμοιαζε με φιλμ.. γιατί στο τέλος είσαι πραγματικά μόνος, ό,τι και να κάνεις».

Σήμερα εργάζεται κατά κύριο λόγο στη Νέα Υόρκη. Δραστηριοποιείται στην Performance Art, σε μια ακροβατική του σώματος και της ψυχής. Όπως την ορίζει η ίδια, η performance art είναι η μεταφορά της αλήθειας επί σκηνής και όχι μια παράσταση θεατρικού τύπου. Έχοντας αναδείξει ως τέχνη την απελευθέρωση από τα όρια του σώματος και της ψυχής  «η περφόρμανς» , είπε, «δεν είναι αναπαράσταση, αλλά η ζωή η ίδια»!

marina-abramovic-1347050081_b

Το βλέμμα της τα λέει όλα. Τα χρόνια των περφόρμανς, την έχουν εξασκήσει να εκφράζεται με το βλέμμα. Η ιστορία αυτής της γυναίκας, ξεκινά από τα πέντε της χρόνια όταν έπαιρνε την εντολή από τη γιαγιά της να μην κουνηθεί από την καρέκλα της και την εκτελούσε. Έμενε ακίνητη, επί δύο ώρες.

Όταν η Μαρίνα Αμπράμοβιτς, μετά από πολλά χρόνια απουσίας ξαναπήγε στο Βελιγράδι, οι σέρβικες εφημερίδες έγραψαν ότι επισκέφτηκε το Μουσείο του Νικόλα Τέσλα, όπου κάθισε κάτω και για πολύ ώρα έκλαιγε δυνατά. Πιθανώς τα δάκρυα αυτά, να βοήθησαν στην κάθαρση της ψυχής της.

THE ARTIST IS PRESENT |736 ώρες, 750.000 επισκέπτες

Από 14 Μαρτίου έως 31 Μαΐου 2010 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜοΜΑ) φιλοξένησε την πρώτη αναδρομική έκθεση των προσωπικών της περφόρμανς με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μαρίνα Αμπράμοβιτς: Η Καλλιτέχνης Είναι Εδώ», τη μεγαλύτερη που είχε μέχρι τότε διοργανώσει το μουσείο της Νέας Υόρκης πάνω στην performance art.

Marina_Abramovic_The_Artist_is_Present4

Η Αμπράμοβιτς καθόταν για όσες ώρες ήταν ανοιχτό το μουσείο σιωπηλή και ακίνητη πίσω από ένα τραπέζι στο αίθριο του μουσείου, χωρίς να έχει το δικαίωμα να πιει, να φάει ή να πάει στην τουαλέτα. Το κοινό μπορούσε να καθίσει απέναντί της όσο επιθυμούσε και να κάνει ό, τι θέλει. Άλλοι συγκινήθηκαν, άλλοι παρέμειναν απαθείς, οι περισσότεροι έβαλαν τα κλάματα αποκαλύπτοντας την ευαισθησία τους δημόσια και χωρίς ντροπή και χάθηκαν στο βλέμμα της, για να γίνει ο καθρέφτης των συναισθημάτων τους.

«Είμαι πολύ δεκτική στην ενέργεια που εκπέμπουν οι άλλοι κι αυτό που με συγκλόνισε ήταν ο απέραντος πόνος που διάβασα στα μάτια των ανθρώπων».

Παρόν και ο Ουλάι, ο οποίος συμμετείχε ως θεατής, κάθισε απέναντί της και τη συνάντησε ύστερα από όλα αυτά τα χρόνια χαρίζοντας σε όλους μια άκρως συγκινητική στιγμή.

 

Το αυτοκίνητο στο οποίο ζούσε με τον Ουλάι όταν ταξίδευαν τη δεκαετία του ’70 σε ολόκληρη την Ευρώπη για να παρουσιάσουν τα έργα τους, υποδεχόταν το κοινό στο ΜοΜΑ. Τις πρώτες εκείνες περφόρμανς τις έδειξαν σε βίντεο, καθώς το 2005 στο μουσείο Guggenheim τις είχε επαναλάβει για επτά νύχτες υπό τον τίτλο «Seven Easy Pieces».

Κάποιες περφόρμανς αποφάσισαν να τις αναπαραστήσουν στο MoMA με άτομα που επιλέχθηκαν ύστερα από οντισιόν. Τις τρεις τις είχε κάνει με τον Ουλάι: «Imponderabilia» (1977), ένα ζευγάρι στέκεται γυμνό αντικριστά σε μια πόρτα. Οι θεατές πρέπει να στριμωχτούν ανάμεσά τους για να περάσουν. «Relation in Time» (1977), ένα ζευγάρι κάθεται πλάτη με πλάτη με τα μαλλιά του δεμένα όλη την ημέρα, τα σώματα ντυμένα το ίδιο ακριβώς, όλα στην έννοια τού ανδρόγυνου, όπου το αρσενικό και το θηλυκό συνυπάρχουν. «Point of Contact» (1980), ένα ζευγάρι στέκεται αντικριστά, δείχνοντας ο ένας τον άλλον, χωρίς να αγγίζονται.

marina_abramovic_relation_work__detour-710247

Στο «Luminosity» (1997), η Αμπράμοβιτς αιωρήθηκε γυμνή σε έναν τοίχο κουνώντας πολύ αργά τα χέρια της. Τελευταία περφόρμανς ήταν το «Nude with Skeleton» (2002), όπου ήταν ξαπλωμένη με ένα σκελετό πάνω της.

kenn.184.2.2.650

Στην πρώτη της δημόσια ομιλία μετά τη μαραθώνια περφόρμανς στο ΜοΜΑ της Νέας Υόρκης, η καλλιτέχνις ενέταξε το ακραίο της εγχείρημα ως το τελευταίο κεφάλαιο σε μια πορεία που διαπνέεται από συνέπεια και πείσμα.

Για πολλούς, η πιο μεγάλη χρονικά περφόρμανς, ήταν η κορύφωση των δοκιμασιών που υποβάλλει τον εαυτό της. Εκείνη το είδε διαφορετικά:

«Όλοι έχουν χρησιμοποιήσει την περφόρμανς, από την Lady Gaga μέχρι τον Calvin Klein στις διαφημίσεις του. Όμως μέχρι σήμερα παρέμενε ένα παραγνωρισμένο μέσο. Μετά την ιστορία του ΜοΜΑ, πιστεύω ότι έγινε πολύ περισσότερο αντιληπτή η σημασία του μέσου».

Για την πρώτη της επαφή με την περφόρμανς, θυμήθηκε ένα περιστατικό της παιδικής της ηλικίας: «Ήμουν στην εφηβεία, ψηλή και άσχημη. Αντιπαθούσα ιδιαίτερα τη μύτη μου και προσπαθούσα να πείσω τους γονείς μου να με στείλουν για πλαστική εγχείρηση, αλλά ήταν ανένδοτοι. Είχα πειστεί ότι μόνο μια μύτη σαν της Μπριζίτ Μπαρντό θα με έκανε όμορφη. Αποφάσισα να πάρω φόρα και να χτυπήσω τη μύτη μου στη γωνία του κρεβατιού μου, ώστε να πάω έτσι κι αλλιώς στο χειρουργείο. Δυστυχώς κατά την πτώση αστόχησα!»

ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ

Με αφορμή την αναδρομική έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, η Αμπράμοβιτς είχε την ευκαιρία να δώσει μία απάντηση στην ερώτηση που πλανάται:  «Γιατί το έργο της είναι τέχνη;». Στο ντοκιμαντέρ αμερικάνικης παραγωγής «Μαρίνα Αμπράμοβιτς: Η Καλλιτέχνις Είναι Εδώ (Marina Abramovic: The Artist Is Present)», το οποίο φέρει την υπογραφή του Matthew Akers, εμφανίζονται η ίδια, ο Ulay, ο Klaus Biesenbach, ο Davide Balliano και ο James Franco, με υπόθεση την ίδια όπου εισάγει τον θεατή στον κόσμο της.

Το ντοκιμαντέρ δημιουργήθηκε με σκοπό να εξάψει τη φαντασία του κοινού και να πυροδοτήσει το ενδιαφέρον γύρω από το διάλογο για το τι τελικά συνιστά τέχνη.

H Αμπράμοβιτς, μια προσωπικότητα που είναι ένα κινούμενο έργο τέχνης σε συνεχή διαδραστικότητα με το κοινό της, αιτιολόγησε την αναπαράσταση μιας περφόρμανς μέσω διάφορων επιχειρημάτων με το κυριότερο, ότι ο θεατής βιώνει την έννοια αυτής της παραστατικής τέχνης, μόνο όταν την βλέπει να ξετυλίγεται μπροστά του. Χαρακτηριστικά η ίδια έχει πει, ότι η εμπειρία αυτή με το κοινό δεν συγκρίνεται με καμία άλλη απόλαυση της ζωής. Όπως δηλώνει: «Ολόκληρος ο κόσμος είναι ο χώρος μου. Λειτουργώ σαν ένα είδος γέφυρας ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες και παίρνω ιδέες από παντού».

OΤΑΝ Η ΜΑΡΙΝΑ ΑΜΠΡΑΜΟΒΙΤΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

Η βιογραφία της «Όταν η Μαρίνα Αμπράμοβιτς πεθαίνει» κυκλοφόρησε λίγο πριν την έκθεση στη Νέα Υόρκη. Ένα χρόνο νωρίτερα, είχε χάσει τη μητέρα της. «Ίσως τον πιο σκληρό άνθρωπο που γνώρισα ποτέ», όπως λέει. Ήταν εκείνη που την πήγε σε ηλικία 12 ετών πρώτη φορά στην Μπιενάλε της Βενετίας. Ποτέ φυσικά δεν αποδέχτηκε την τέχνη της κόρης της.

Στην αυτοβιογραφία της γράφει, για την αυστηρή, στρατιωτική ανατροφή από τη μητέρα της, πρώτη διευθύντρια του Κρατικού Νοσοκομείου του Βελιγραδίου στο νεοσύστατο σοσιαλιστικό μεταπολεμικό κράτος της Γιουγκοσλαβίας. Για τον πατέρα, που εγκαταλείποντας την οικογένεια το 1964, άφησε στη μάνα όλη την ευθύνη. Για τη γιαγιά που τη φρόντιζε. Για τη συγγένειά της, με τον Πατριάρχη της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας -ανάμεσα στα αντικείμενα που έχει χρησιμοποιήσει στις περφόρμανς είναι και βυζαντινές εικόνες.

Σε μια συνέντευξη, που δημοσιεύτηκε το 1998, η Μαρίνα Αμπράμοβιτς περιέγραψε πως η μητέρα της είχε τον απόλυτο, μιλιταριστικού τύπου έλεγχο, πάνω σ’ αυτήν και τον αδελφό της και ήταν ιδιαίτερα αυστηρή. «Δεν μου επιτρεπόταν να βγω έξω απ’ το σπίτι μετά τις 10 η ώρα το βράδυ μέχρι και τα εικοσιεννιά μου. Όλες τις περφόρμανς μου, που έκανα στην Γιουγκοσλαβία, τις είχα κάνει πριν τις 10, γιατί τότε έπρεπε να γυρίσω σπίτι. Είναι εντελώς τρελό και απίστευτο, αλλά όλα τα κοψίματα, καψίματα και μαστιγώματα που έκανα πάνω στο εαυτό μου, –παρά λίγο να χάσω τη ζωή μου σε μία παράσταση (πρόκειται για την περιβόητη «Firestar»)– όλα έγιναν πριν τις 10 το βράδυ!».

Marina Abramovic

Φαίνεται όμως, πως η αυστηρή μητέρα δεν κατάφερε να σπάσει το δυνατό και αναρχικό πνεύμα της κόρης της. Αντίθετα, βοήθησε στη δημιουργία μιας από τις πιο απόλυτες καλλιτέχνιδες της υφηλίου, το όνομα της οποίας προκαλεί δέος στους πιο σημαντικούς καλλιτεχνικούς κύκλους του κόσμου.

To be continued… στο Vol. 2 (διάβασε τη συνέχεια εδώ)