Μένεις ή φεύγεις, όλα έχουν το τίμημά τους

 Αλεξάνδρα Σιδερίδου

Τον τελευταίο καιρό παρατηρώ ότι έχουμε αναλωθεί, άθελά μας, σ’έναν »αγώνα λόγων», στην προσπάθειά μας να αιτιολογήσουμε την απόφασή μας να μείνουμε στην Ελλάδα ή να φύγουμε στο εξωτερικό. Καθημερινά, ξεπετιέται κι ένα κείμενο με σκέψεις νέων ανθρώπων που είτε έχουν φύγει για αναζήτηση »καλύτερης προοπτικής» στο εξωτερικό ή παρέμειναν στην Ελλάδα για να παλέψουν και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους στις δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζει η χώρα μας.

Αλεξάνδρα Σιδερίδου

Πιστεύω ότι ο λόγος συγγραφής όλων αυτών των κειμένων, στην κατηγορία των οποίων ανήκει και το παρόν, δεν είναι το »φαίνεσθαι» αλλά κυρίως η εσωτερική ανάγκη του καθενός από εμάς να εκφράσει όλα όσα δεν μπορεί να κρατήσει πια μέσα του, σκέψεις που ίσως τον πνίγουν και τον ταλανίζουν: αν έπραξε σωστά ή όχι, τι θα είχε γίνει στην περίπτωση που είχε κάνει το αντίθετο και διάφορα άλλα ερωτήματα και βασανιστικά »αν» που πιθανώς δε θα βρουν ποτέ απάντηση… Ίσως, επίσης, το να γράψεις ένα τέτοιο κείμενο είναι μια διέξοδος κι ένας τρόπος για να εξιλεωθείς για την απόφασή σου.

Η δική μου οπτική »ρίχνει φως» στη ζωή στο εξωτερικό. Κι επειδή βλέπω γενικά μια τάση του στυλ »αν μείνεις στην Ελλάδα είσαι ήρωας, αν φύγεις σώθηκες κι όλα είναι ρόδινα», βάσει εμπειρίας έχω να σου πω ότι το να επιλέξεις το εξωτερικό απαιτεί το ίδιο θάρρος, ίσως και περισσότερο, από το να παραμείνεις στην Ελλάδα. Αν ήταν πιο εύκολο, τότε θα έφευγαν όλοι έξω, θα έλεγε κάποιος σκεπτόμενος λογικά. Κι έτσι είναι. Στο εξωτερικό δεν είναι όλα στρωμένα με ροδοπέταλα ούτε όλοι σε περιμένουν για να σου δώσουν 1500 ευρώ το μήνα… Εκεί έχεις πιο πολλές πιθανότητες να καταφέρεις κάτι, αυτό είναι γεγονός. Όμως υπάρχουν κι άλλα που δε θα τα καταλάβεις ποτέ, παρά μόνο αν τα ζήσεις… Εκεί ξεκινάς τη ζωή σου από το 0 και μερικές φορές βρίσκεσαι και πιο κάτω. Είσαι μόνος, ολομόναχος, και πρέπει να ξεκινήσεις τη ζωή σου από την αρχή: να κάνεις νέους φίλους, να ψάξεις δουλειά, σπίτι, ανθρώπους να σε καταλάβουν…

Όταν φύγεις και τα ζήσεις όλα αυτά, θα καταλάβεις ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Εκεί, έχεις να αντιμετωπίσεις πολλά που εδώ σου ήταν δεδομένα:

– Ίσως πολλές φορές νιώσεις το ρατσισμό και τον παραλογισμό, ότι »φταις» που είσαι Έλληνας κι ότι ΕΣΥ και οι όμοιοί σου οδηγήσατε την Ευρώπη σ’αυτήν την κρίση.

– Καλείσαι επίσης να αποδείξεις τα αυτονόητα, το ότι δεν είσαι βλάκας που δε μιλάς ακόμα άψογα τη γλώσσα τους, ότι είσαι σκεπτόμενος άνθρωπος κι ας μην καταλαβαίνεις πάντα με την πρώτη τι σε ρωτάνε, ότι δεν είσαι εκεί για τουρισμό αλλά για να αποδείξεις ότι αξίζεις μια ευκαιρία ή μια δουλειά, ότι στη ζωή σου δεν κωλοβαρούσες πριν ούτε είσαι ο »τεμπέλης» της Ευρώπης αλλά σπούδασες, έκανες μεταπτυχιακά, έμαθες ξένες γλώσσες, υπολογιστές, δούλεψες κι άρα αξίζεις μια ευκαιρία.

– Ζεις σ’ένα περιβάλλον που οι άνθρωποι είναι μεγαλωμένοι αλλιώς, έχουν διαφορετικό τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς που πολλές φορές έρχονται σε αντίθεση ή ακόμα και ανατρέπουν όσα ήξερες μέχρι τώρα. Θα σου πω ένα απλό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα: την πρώτη φορά που τόλμησα να γελάσω κατά τη διάρκεια διαλείμματος σ’ένα κατάμεστο αμφιθέατρο, όλοι γύρισαν και με αγριοκοίταξαν. Το να γελάσεις δεν είναι τόσο δεδομένο σ’ένα λαό που τον χαρακτηρίζει ο »καθωσπρεπισμός», η ευγένεια κι ο σεβασμός στον άλλο (το να γελάσεις προκαλεί »ηχητική ενόχληση» στον άλλον να στο πω έτσι, δείχνεις ότι δεν τον σέβεσαι).

– Ίσως ζεις σ’ένα μονίμως μουντό περιβάλλον με γκρι ουρανό επί μήνες, μουντούς κι ανέκφραστους ανθρώπους γύρω σου απαισιόδοξους από τη φύση τους, »γκρι» συμπεριφορές κι αυτό μπορεί να σε επηρεάσει πολύ αρνητικά.

– Είσαι υποχρεωμένος να κάνεις πολλούς συμβιβασμούς, γιατί στην τελική εσύ πήγες εκεί, δεν κουβαλήθηκαν αυτοί στη χώρα σου. Ακόμα και προσπαθώντας πολύ να μην επηρεαστείς, να μη γίνεις σαν αυτούς, να τους (απο)δείξεις ποιος είσαι και να διατηρήσεις τη διαφορετικότητά σου, αναπόφευκτα θα χάσεις ένα κομμάτι σου και θα επηρεαστείς από το περιβάλλον σου (ο κολλητός μου προχθές μου είπε ότι έχω »πιάσει» λίγο γκρι, φράση που με προβλημάτισε)…

Κι ενώ έχεις να αντιμετωπίσεις όλα αυτά, έρχεσαι αντιμέτωπος με κάτι που δε φανταζόσουν ποτέ: τον ίδιο σου τον εαυτό! Πιάνεις πολλές φορές τον εαυτό σου να αναρωτιέται τι κάνει εκεί, να ωραιοποιεί καταστάσεις στην Ελλάδα, να αναπολεί μικρά απλά καθημερινά πράγματα (το μπλε του ουρανού, το φως του ήλιου, την αγκαλιά των δικών σου, το χαμόγελό τους, τα φωτεινά μάτια της μαμάς σου, έναν γρήγορο καφέ με την κολλητή σου, να ακούς τη γλώσσα σου γύρω σου), να νιώθει ότι χάνει στιγμές από την καθημερινότητα των δικών του ανθρώπων (από το γάμο της κολλητής μέχρι τις πρώτες λέξεις του ανιψιού ή την ορκωμοσία μιας φίλης), να χάνει τις ισορροπίες ή τον ίδιο του τον εαυτό… Σου λείπουν ακόμα και πράγματα που σου την έδιναν στη συμπεριφορά των »Ελληναράδων». Αλλά ξέρεις κάτι; Αυτός είσαι κι αυτοί είμαστε. Με τα καλά μας και τα κακά μας, είμαστε ένας λαός με μια συγκεκριμένη φιλοσοφία, όπως κάθε λαός άλλωστε, που όπου κι αν βρεθούμε, όσο τέλεια κι αν είναι, δε θα ησυχάσουμε, γιατί εκεί δε θα είναι η πατρίδα μας και θα νιώθουμε πάντα παρείσακτοι… Όσο κι αν προοδεύουμε και αποτελούμε ένα λιθαράκι για να αλλάξουμε την κακή εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό αυτή τη στιγμή, όσο κι αν μας αρέσει η περιπέτεια ως λαό ήδη από τα χρόνια του Οδυσσέα, η Ιθάκη μας θα βρίσκεται στην Ελλάδα…

Ίσως, αν βρέθηκες στο εξωτερικό, να έχεις τα ίδια συναισθήματα ή αντιμετώπισες παρόμοιες καταστάσεις. Ίσως ένιωσες κι εσύ την ανάγκη να γράψεις προκειμένου να φωτίσεις τη »σκοτεινή πλευρά» της ζωής σου ή για να τα »βγάλεις από μέσα σου». Κι αν κάποιος θα ήθελε να με ρωτήσει τι θα τον συμβούλευα να κάνει, τώρα που έχω ήδη περάσει τρία χρόνια μακριά από την Ελλάδα, δεν ξέρω τι θα τον συμβούλευα… Ξέρω όμως καλά ότι όποια κι αν είναι η απόφασή του πρέπει να είναι έτοιμος να την υποστηρίξει και να πληρώσει το τίμημα…

Θα ήθελα να κλείσω το κείμενο αυτό με κάτι κοινότοπο μεν, που με εκφράζει, ωστόσο, καθώς πιστεύω πολύ στην ρου των πραγμάτων και στα τυχαία γεγονότα: ίσως όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Δεν ξέρω ποιος είναι ο λόγος που με κρατάει ακόμα έξω, που δεν μπορώ να φύγω από την πόλη που είμαι, όσο κι αν προσπάθησα (θα μου πεις, ίσως δεν προσπάθησες αρκετά), αλλά θα υποστηρίξω την επιλογή μου να παραμείνω εκτός όσο κι αν με πονάει μερικές φορές, όσο κι αν νιώθω ότι χάνω »στιγμές». Είναι για καλό σκοπό (μάλλον).

Marianna says: «Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτα στο blog Reflexions by Alexandra Sd»