Μία μαμά με τέσσερα παιδιά μοιράζεται την καθημερινότητά της

Μαρία-Άννα Τανάγια

Ένας απ’ τους λόγους που αγαπώ και παλεύω γι’ αυτό το περιοδικό είναι γιατί μου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσω άτομα σαν τη Σοφία Δούκλη από το Αμύνταιο. Η Σοφία, που λες, συμμετείχε στο διαγωνισμό με δώρο το βιβλίο “Yolo”, δίνοντας μια πολύ ωραία απάντηση για τη δική της yolo στιγμή. Συγκεκριμένα, μου έγραψε ότι: «Έκανα τέσσερα παιδιά και ζω κάθε μέρα καταστάσεις yolo με το μεγάλωμά τους. Η μεγάλη μου κόρη είναι 19 ετών φοιτήτρια και τραγουδίστρια στην όπερα, η μεσαία, 12 ετών έχει αϋπνίες (άλλο ένα θύμα του ίντερνετ) και φωνάζει όλα μέρα και όλη νύχτα μέσα στο σπίτι “YOLO”, o μικρός ζει σε άλλο τόπο και χρόνο, είναι ένα παιδί γεμάτο ζωή. Και το κοριτσάκι μου είναι η δική μου YOLO κατάσταση. Και τα τέσσερα είναι η αιτία που εγώ παλεύω να γίνομαι καλύτερα για ν’ αφήσω παρακαταθήκη χρήσιμη στη ζωή τους, γιατί έτσι ακριβώς είναι ζωή… είναι YOLO και πρέπει ο καθένας μας να το εκμεταλλεύεται μέχρι τα μύχια της ψυχής του!».

Η Σοφία, λοιπόν, κέρδισε το αντίτυπο αλλά ήθελα να την γνωρίσω ακόμα περισσότερο κι έτσι της ζήτησα να μοιραστεί την ιστορία της. Μία γυναίκα με τέσσερα παιδιά έχει ενδιαφέρον ούτως ή άλλως, αλλά μου κέντρισε περισσότερο την προσοχή η ματιά της. Της έστειλα ερωτήσεις τις οποίες όπως θα διαβάσεις παρακάτω τις απάντησε με ιδιαίτερη χαρά:

Μαρία-Άννα Τανάγια


 

Η γνωριμία με τον άνδρα της:

Ήμουν φοιτήτρια. Όταν δε διάβαζα, δούλευα σε μια καφετέρια. Με είδε, ζήτησε να με γνωρίσει. Μετά από μέρες, κοινοί γνωστοί μας έφεραν σε συνάντηση και από τότε είμαστε μαζί, 21 ολόκληρα χρόνια!!

Το όνειρο της οικογένειας:

Δεν ξέρω αν ήθελα να κάνω μεγάλη οικογένεια. Είμαστε τρεις αδελφές, η μεγάλη δεν έχει παιδιά, η μικρή έχει δυο κι εγώ η μεσαία έχω τα τέσσερα ανθρωπάκια μου, την ψυχή μου μοιρασμένη σε άλλα σώματα!  Σίγουρα όμως δεν προέκυψε. Το ήθελα και το θέλω ακόμη (για ένα ακόμη). Μεγαλώσαμε όμως και δε θα μπορούσα! Συνειδητοποιώ εδώ και δυο χρόνια, από τη γέννηση της μικρής, ότι τα μισά μου χρόνια τα έχω ήδη ζήσει, αν θέλει ο Θεός θα ζήσω κάποια χρόνια ακόμη, δε θα ήθελα ν’ αφήσω πίσω μου ένα ανήλικο απροστάτευτο παιδί. Θέλω να είμαι καλά να μεγαλώσω αυτά που ήδη έχω!

Πώς είναι η καθημερινότητα με 4 παιδιά σε διαφορετικές ηλικίες:

Η καθημερινότητα ε; Είναι απλά πολύ τέλεια και πολύ μα παρά πολύ κουραστική και αγχώδης…. Είμαστε πολλοί, εκτός της φοιτήτριας, που και πάλι έχω την έγνοια της, μέρα και νύχτα! Ζούμε ένα κομφούζιο πράξεων, φασαρίας, χαράς, εκρήξεων, γεύσεων. Το καθένα έχει άλλες ανάγκες και εμείς τις δικές μας, άρα είμαστε ένα «τρελοκομείο», με ευτυχισμένους ανθρώπους χωρίς ληγμένα χάπια! Κάποιοι πατάμε τα «θέλω» μας για τα «θέλω» των άλλων, κάποιοι απομακρύνονται στα δωμάτια τους για λίγη ησυχία, κάποιοι, -όχι όλοι- κάποιοι πεινάνε μόνιμα! Είμαστε καλά έτσι όπως είμαστε, μαθημένοι στη φασαρία των κινήσεων και των φωνών μέσα στο σπίτι, που ευτυχώς είναι μεγάλο!

Πώς είναι ένα τυπικό 24ωρο:

Τυπικό 24ωρο για εμένα δεν υπάρχει. Κάθε μέρα είναι διαφορετική. Ξυπνάμε όλοι πολύ πρωί κι ετοιμάζουμε πρωινό στο ταπεράκι.  Σχολείο τα δυο από τα τέσσερα, η μεγάλη στο πανεπιστήμιο και η μικρή στο σπίτι μαζί μου! Ο μπαμπάς μας δουλεύει βάρδια άρα ή είναι σπίτι ή κοιμάται ή δουλεύει! Μαγείρεμα και όλα τα συναφή του νοικοκυριού, συμμάζεμα σπιτιού, κρεβατιών, αυλής, σιδέρωμα, ζύμωμα, καμία πίτα για το βράδυ, κάνενα κέικ για την επόμενη μέρα και όλα αυτά με ησυχία γιατί κοιμάται ο μπαμπάς από τη νύχτα και μέσα σ’ όλα ένα μικρό, πολύ ομιλητικό και περίεργο για το κάθε τι.

Μεσημέριασε. Στρώνω τραπέζι, τρώμε, διαβάζω το μικρό και φεύγω για δουλειά – ευτυχώς όχι κάθε μέρα, μόνο τρεις φορές τη βδομάδα. Επιστρέφω το βράδυ, παίρνω τη μικρή απ’ τη μητέρα μου και μόλις βάλω το κλειδί στο σπίτι αντικρίζω έναν τρελό χαμό.  Ο πάγκος γεμάτος τάπερ και πιάτα, το σπίτι κάπως, τα παιδιά στο ίντερνετ με τάμπλετ και κινητά (ζωάρα). Μπάνιο τη μικρή, επανάληψη το μικρό, λίγο τηλεόραση και ναι, αισίως πήγε έντεκα και ήρθε η ώρα να κοιμηθούν. Έντεκα και τέταρτο επικρατεί απόλυτη ησυχία. Η δική μου ώρα για ίντερνετ ή τηλεόραση.

Πώς περιγράφει τα παιδιά της:

Η μεγάλη μου είναι 19 ετών. Φοιτήτρια στο δεύτερο έτος. Ήσυχο παιδί από μικρό, ακόμη είναι! Βοηθάει πολύ, δεν ξοδεύει πολλά, άριστη μαθήτρια από μικρή. Χαρούμενο πλάσμα, πολύ αγαπητή σ’ όλους και καλλιτεχνική φύση: τραγουδάει όπερα κι έχει ευρωπαϊκές διακρίσεις.

Η μεσαία, ένα yoloπαίδι, τραγουδάει και κάνει όμορφη φασαρία μέσα στο σπίτι. Μεγάλο πειραχτήρι και αδυναμία του μπαμπά της! Ανησυχεί για όλα γύρω της, φοβάται πολύ τις ανίατες αρρώστιες. Άριστη μαθήτρια, λίγο εσωστρεφής και πολύ καλή παίκτρια του μπάσκετ. Φέτος θα περάσει «κλιμάκιο» για εθνική ομάδα! Φωνάζει “yolo” σε κάθε παρατήρηση που της κάνουμε για οτιδήποτε μέσα στο σπίτι ή έξω.

Ο μικρός, η δική μου αδυναμία (ναι, οι γονείς έχουμε αδυναμίες σε κάποιο απ’ τα παιδιά μας αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν αγαπάμε τα άλλα). Καλός μαθητής, όχι άριστος, πολύ καλό παιδί. Πρόθυμος και καλός φίλος. Φίρμα μεγάλη στο σχολείο. Τον ξέρουν και οι πέτρες, είναι απ’ τα ζωηρά παιδιά άλλα όχι κακό. Κακομαθημένο εννοώ.

Και τέλος το μικράκι μας, το διχρονάκι μας. Συνονθύλευμα όλων των αδερφών της, αφού έχει κάτι από όλα τα αδέρφια της. Πόσο πολύ μιλάει, είναι απίστευτο. Τι λέξεις λέει… είναι η «μικρή γιατρός μας»: γυρίζει όλη μέρα ξυπόλητη και μ’ ένα ακουστικό στο λαιμό εξετάζει τα πάντα: από καρέκλα μέχρι εμάς. Από αρκουδάκι μέχρι το μικρό τζακ ράσελ που έχουμε στην αυλή.

Η μικρή, λοιπόν, είναι το πειραματόζωο της φοιτήτριας στη Σχολή, το μοντέλο της μεσαίας για το Instagram, η φίλη του μικρού για παιχνίδι στο χώμα της αυλής και η δική μας υπέροχη παρέα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας! Η αδυναμία της μεγάλης μου αδερφής που δεν έχει παιδιά, η τρέλα των παιδιών της μικρής μου αδερφής που είναι μεγάλα και τρελαίνονται μαζί της και η καταπληκτική παρεούλα των γονιών μου που την έχουν στο σπίτι τους αρκετές ώρες.

To πιο σπουδαίο μάθημα που έχεις μάθει μαζί τους:

Να μην μετράω το χρόνο, να ζω και ν’ απολαμβάνω τη στιγμή, να λέω «ευχαριστώ», να μυρίζω τη ζωή και να κοιτάω με τα δικά τους αθώα μάτια. Οι μεγάλοι δεν έχουμε τίποτα αθώο μέσα μας, σε αντίθεση μ’ εκείνα!

Η καλύτερη συμβουλή που τους δίνει:

Δε δίνω συμβουλές. Τους φέρνω ως παράδειγμα τη δική μου ζωή, γιατί περάσαμε δύσκολα παιδικά χρόνια με τις αδερφές μου. Γι’ αυτό και εκτιμάμε κάθε τι που μας προσφέρεται και το δίνουμε πίσω χωρίς ανταλλάγματα. Αυτό τους λέω, να δίνουν γιατί θα τους δοθεί.

Τα όνειρά της για εκείνα:

Θέλω να τα δω με δουλειά, δεν επιδιώκω να σπουδάσουν όλα. Θέλω να είναι μαζί και τα τέσσερα, να βοηθάει το ένα το άλλο, να δίνουν σ’ εκείνο που θα έχει ίσως λιγότερα. Να ζήσουν τη ζωή του λέω. Να διασκεδάσουν, να δοκιμάσουν και να μην κρίνουν τους γύρω τους. Φυσικά και τους λέω ό,τι λέει κάθε ελληνίδα μάνα: «φόρα ζακέτα, πιες το γάλα σου, μη βγαίνεις λουσμένη, πάρε με τηλέφωνο». Και κάτι πολύ σημαντικό: «άρπαξε τις ευκαιρίες που σου προσφέρονται, είτε καλές είτε κακές. Εσύ θα πάρεις κάτι από αυτό.

Τέλος, μερικές λέξεις για το Αμύνταιο:

Το όμορφο Αμύνταιο! Εδώ λέμε ότι ακόμα κι ο Θεός όταν το ευλόγησε είπε: «Αμήν και Αντίο»! Έτσι βγήκε το όνομα. Για εμάς, όμως, είναι ένας ευλογημένος τόπος με λίγο κόσμο. Όλοι γνωστοί μεταξύ μας, όλοι φίλοι. Αγνός τόπος, καθαρός. Όποιος έρχεται για λίγο ερωτεύεται το κλίμα, τον κόσμο, την ήρεμη ζωή, την ασφάλεια του να ξέρεις πού είναι το παιδί σου κάθε στιγμή. Αν ήθελε να έρθει κάποιος, δε θα του έλεγα αυτά τα κοινότυπα που διαβάζουμε σε κάθε ένθετο (δηλαδή Νυμφαίο για τσίπουρο, Αρκτούρος για το καταφύγιο του Λύκου, Πρέσπες για τις λίμνες και βόλτα με καραβάκι κοντά στο Τριεθνές, Βίγλα για σκι στις πίστες). Θα του έλεγα να μπει στα μαγαζιά να γνωρίσει κόσμο, να φάει φασόλια γίγαντες Πρεσπών, να ζητήσει να φάει χωριάτικες πίτες, να περπατήσει στη γέφυρα του Αγίου Αχίλλειου, να δει τι έχει το νησάκι πάνω του, ν’ ακούσει τον ήχο των πουλιών στο βιότοπο, να παρατηρήσει τα πουλιά, να έρθει Χριστούγεννα που έχουμε τις φωτιές σ’ όλο το Νομό και ο κόσμος κερνάει κρασί και φαγητό, να γίνει ένα μ’ εμάς, να κεραστεί, να χορέψει γύρω απ’ τη φωτιά της κάθε γειτονιάς, να μπει σε παρέες παππούδων στα καφενεία, ν’ ακούσει όμορφες ιστορίες του τόπου γύρω απ’ το τζάκι. Είναι μια περιοχή γεμάτη λίμνες, αλλά αυτό είναι μόνο η εικόνα. Τα γύρω μαγαζιά και οι άνθρωποι είναι το καλό. Εκεί μέσα θα βρεις αυτό που θα σε φέρει πάλι πίσω. Ό,τι θα φας, ό,τι θ’ ακούσεις, αυτό που θα νιώσεις και θα σε κάνει να το αγαπήσεις τόσο που θα θέλεις να ξαναγυρίσεις.