Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων | Κι όμως! Μία ημέρα Έκστασης

Τριαντάφυλλος Σιδερίδης

Μία ακόμα Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων και στο μυαλό μου έρχεται αυτόματα η παιδιόθεν προτροπή του πατέρα μου να επισκέπτομαι, πρώτα από όλα, τα μουσεία της εκάστοτε περιοχής, την οποία επισκέπτομαι. Αν και, μαθητής, μετέφραζα την εκδρομή στο μουσείο σε απώλεια μαθημάτων, όσο μεγάλωνα, μεγάλωνε μέσα μου και το δέος, κάθε φορά που ταξίδευα στο χρόνο, μέσω αυτών των ιερών οικημάτων. Αργότερα, ταύτισα, σε εμμονικό βαθμό μέσα μου, το ταξίδι με το μουσείο. Πατέρα, πόσο δίκιο είχες…

Τριαντάφυλλος Σιδερίδης

Φωτογραφία: Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης 

Τι είναι όμως τα μουσεία; Και γιατί η κρατική μηχανή απώθησης της αγάπης για τη Γνώση (εν συντομία ονομάζεται σχολείο) δε «φύτεψε» μέσα στο νεαρό μαθητή το Κλέος, το Κάλλος, το Δέος και όποια άλλη λέξη έγινε συνώνυμη με τα θαύματα της συμμετρίας, το πάθος του Ανθρώπου να αγγίξει το τέλειο, την πεμπτουσία της ανθρώπινης υπερ-σκέψης; Κατά την άποψη μου, το μουσείο παραμένει ένας χώρος απόμακρος και ψυχρός, γιατί του αφαιρέθηκε ο μανδύας της ποιητικότητας, που λούζει από άκρη σε άκρη τα κτίρια αυτά.

Τι κρατάει, λοιπόν, σαν ιερό μυστικό μέσα του το μουσείο; Διαφυλάσσει, στην ουσία, τις Μνήμες, που δραπέτευσαν από το κάθε παρελθόν. Όρμησαν στις μάχες με το Χρόνο και τις κέρδισαν όλες, μία προς μία. Τώρα πια, τις περιμένει ο θρόνος, ή μάλλον ο θώκος, όπως προτιμούν να λένε οι ίδιες. Κουρασμένες και νικήτριες απολαμβάνουν τα έκθαμβα βλέμματα των επισκεπτών, καθώς τις συναντούν μέσα στο χώρο. Είναι μια ιδανική φωλιά, με την άγια παιδικότητα της έννοιας, όπου το παρελθόν δεν είναι ένα άχαρο φάντασμα, αλλά λαμβάνει ως σωματοποιημένο ον, υπόσταση εις το διηνεκές του μεγαλείου του Χρόνου.

Το μουσείο είναι ο χώρος που λατρεύει ένας σημαντικός κλάδος της Φιλοσοφικής, η Ιστορία. Εκεί κοιμάται κάθε βράδυ, σαν νεράιδα ίπταται ανάμεσα σε όλες αυτές τις μορφές, που γεννήθηκαν από τον ασύχαστο, ανθρώπινο νου και συνομιλούν κρυφά με την αιωνιότητα, όταν ξεκουράζονται τα βράδια περιμένοντας την επόμενη μέρα. Χωρίς τα μουσεία, τα θαύματα αυτά θα βρίσκονταν βυθισμένα στο σκοτάδι – πάντα θυμούνται τα αδέρφια τους που θα αναδυθούν σύντομα από το χώμα, όπου κατοικούν προσωρινά – και δε θα εξέπεμπαν το ουράνιο αυτό αιώνιο φως τους.

Κι όλοι αυτοί που εισπνέουν Έμπνευση; Αλήθεια, πόσοι ποιητές θα έμεναν ανεπαρκείς; Πόσοι γλύπτες θα έχαναν το καλλιτεχνικό τους φως; Πώς θα αποτύπωνε ο ζωγράφος τους τουρίστες που περπατούν υποψιασμένοι στην Πλάκα και μόνο όταν σηκώσουν ψηλά το βλέμμα καταλαβαίνουν από πού προέρχεται αυτή η περίεργη ενέργεια; Πού θα γευμάτιζε η ανήσυχη Σκέψη, πού θα αθλούνταν το Πνεύμα, που τόσο αρέσκεται στην εκγύμνασή του; Πού θα έβρισκε ηρεμία η Ψυχή, αν όχι στο παγκάκι κάτω από τον Πάμφωτο Παρθενώνα, συνοδεία της τρομπέτας του πλανόδιου μουσικού;

– Αύριο θα πάμε στο μουσείο με το σχολείο.
– Τέλεια! Πόσες ώρες θα χάσουμε;