Σπύρος «Κρούγκερ»: Η πραγματική «μασκότ» της Ύδρας βγαίνει κάθε βράδυ και αφηγείται ιστορίες απ’ τη ζωή του

Μαρία-Άννα Τανάγια

Πρώτο βράδυ διακοπών στην Ύδρα. Περασμένα μεσάνυχτα. Απολαμβάνουμε ακόμα το φαγητό μας και χαζεύουμε την περατζάδα στο πλέον δημοφιλές στενό του νησιού, στην Τομπάζη.  Τον παρατηρώ να περπατά αγέρωχος, να σκανάρει τον κόσμο και να πιάνει κουβέντα με μια παρέα χαριτωμένων τουριστριών που κάθεται σε αγαπημένο cocktail bar –εκεί όπου διαδραματίζεται όλη η «δράση». Εκεί απ’ όπου αρχίζουν όλες οι βραδιές.

Δεύτερο βράδυ. Την ίδια περίπου ώρα, τον πετυχαίνουμε ξανά. Η τελετουργία ίδια κι απαράλλαχτη: Βόλτα μέχρι το λιμάνι, επιστροφή στην Τομπάζη, συζήτηση με παρέες τουριστριών, τελικός προορισμός… τα σκαλάκια του Amalour.

Το τρίτο βράδυ, το τοπίο ξεκαθάρισε. Είχαμε ήδη πληροφορηθεί (το νησί είναι μικρό, γαρ) ότι πρόκειται για τον κύριο Σπύρο. Τη Μασκότ της Ύδρας.  Τον αιώνιο Δον Ζουάν του νησιού που –αν και 80 ετών- συνεχίζει να περνά τη μέρα του σ’ όλα τ’ αγαπημένα του στέκια, ενίοτε να παρτάρει στα clubs και οπωσδήποτε να ξενυχτά βιώνοντας κοσμοπολίτικες στιγμές ή αναβιώνοντας τις «ένδοξες» μέρες του νησιού -κάθε φορά που βρίσκει πρόθυμα αυτιά ν’ ακούσουν τις υπέροχες ιστορίες του.

Το τέταρτο βράδυ, ήμασταν ήδη καθισμένες στα σκαλάκια του Amalour περιμένοντας να διασταυρωθούν τα βλέμματά μας, με την ελπίδα να μας προσέξει και να έρθει να μας μιλήσει.

Όπερ και εγένετο. Και κάπως έτσι άρχισε η εξιστόρηση αμέτρητων ιστοριών για το νησί, για εκείνον, για όλα. Αφού μας κέρασε καραμέλες και μας υποσχέθηκε να μας βγάλει βόλτα για παγωτό, του υποσχέθηκα να κάνουμε συνέντευξη.

Το ραντεβού δόθηκε την επόμενη ακριβώς μέρα στο «πρωινό» στέκι του, τον Ίσαλο.  Όση ώρα τον παρακολουθώ να διηγείται μια ακόμα ιστορία, επιβεβαιώνω απ’ τον Γιώργο του Ίσαλου, ότι πρόκειται για τη μορφή του νησιού που… ξανανιώνει κάθε καλοκαίρι και μελαγχολεί κάπως τους χειμώνες. Μάλιστα, θυμάται πως –ως ξυλουργός- τους έφτιαχνε όταν ήταν μικροί ξύλινα σπαθιά, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο αγαπητό.

Είπαμε πολλά που θα τα διαβάσεις στην κουβέντα που ακολουθεί και ακόμα περισσότερα που δε θα τα διαβάσεις παρακάτω για έναν και μόνο λόγο: Για να επισκεφτείς κι εσύ αυτό το μαγικό νησί, να πετύχεις τον κύριο Σπύρο και να έχεις την τύχη να τον ακούσεις να σου διηγείται τις εκπληκτικές ιστορίες του live…

Μαρία-Άννα Τανάγια

Είστε γέννημα θρέμμα Υδραίος;

Όχι, είμαι Αθηναίος. Ζούσα σε ορφανοτροφείο μέχρι που ήρθε ένα ζευγάρι και με υιοθέτησε. Είχαν χάσει το γιο τους κι επειδή του έμοιαζα πολύ αποφάσισαν να με πάρουν. Δεν κάθισα, όμως, πολύ μαζί τους. Στα 21 μου έφυγα στη Γερμανία.

Πώς ήταν η ζωή εκεί;

Αρχικά, πήγα να σπουδάσω στο Πολυτεχνείο. Έκατσα, όμως, μόνο έξι μήνες και τα παράτησα διότι δεν είχα χρήματα να συνεχίσω τις σπουδές. Μια μέρα, πήγα στο διευθυντή της Σχολής μ’ ένα κονιάκ επτά αστέρων ως δώρο και του ανακοίνωσα το λόγο που θα σταματήσω. Εκείνος, το εκτίμησε και μου έδωσε το ελεύθερο να πηγαίνω στη λέσχη να τρώω όποτε θέλω. Έπιασα δουλειά σε μια εταιρεία που έβγαζε όλα τα περιοδικά: γερμανικά, γαλλικά, εγγλέζικα και αμερικάνικα. Έζησα στο Βερολίνο την εποχή του κομμουνισμού. Την είχαν χωρίσει την πόλη, μισοί οι Ρώσοι, μισοί οι Γερμανοί. Εμάς μας επέτρεπαν να πηγαίνουμε στο ανατολικό Βερολίνο. Οι Γερμανοί μπορούσαν μια φορά το χρόνο, τα Χριστούγεννα. Είχα και πολλούς φίλους κυρίως βορειοελλαδίτες εκείνη την εποχή: από Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Δράμα, Καβάλα. Εκείνοι, στη συνέχεια πήγαν στο Όσλο για δουλειές και τους έχασα δυστυχώς. Πάντα ρωτάω τουρίστες που έρχονται από Νορβηγία αν τους γνωρίζουν. Θα βάλω μια γνωστή μου να τους ψάξει στο ίντερνετ. Θα ήθελα πολύ ν’ ανταμώσουμε ξανά και να κάνουμε reunion!

Εσείς μείνατε στη Γερμανία;

Όχι. Αφού έφυγαν οι φίλοι μου αποφάσισα να επιστρέψω στην Ελλάδα. Έμενα στα Πετράλωνα, μια πολύ ωραία συνοικία της Αθήνας με όμορφα πάρκα. Στη συνέχεια, έμεινα στην Πλάκα. Είχα ανοίξει ένα μαγαζί μ’ έναν φίλο μου, ένα υπόγειο στην Ανδριανού. Εκείνος τορναδόρος, εγώ ξυλοκατασκευές και υδραυλικά. Μιλάμε για το 1972. Πολύ ωραία χρόνια! Η Πλάκα ήταν γεμάτη από μπουζούκια και μπουάτ. Όλοι οι τραγουδιστές περνούσαν από εκεί. Κόκοτας, Βοσκόπουλος, Μαρινέλλα, Διονυσίου. Μετά, ήρθε ο Τρίτσης και τους έδιωξε όλους. Έκτοτε, υποβαθμίστηκε η περιοχή.

Πώς βρεθήκατε στην Ύδρα;

Το 1977 ένας φίλος μου, μεγάλος playboy, μου πρότεινε να έρθω στην Ύδρα για να βοηθήσω στις εργασίες δημιουργίας ενός χρυσοχοείου. Ήμουν καλός τεχνίτης, με ζητούσαν κι άλλοι, οι δουλειές άνοιξαν κι έτσι πούλησα αυτοκίνητο και μηχανή και άραξα εδώ.

Τι θυμάστε απ’ την Ύδρα εκείνης της εποχής;

Καιγόταν το νησί. Η φήμη της Λαγουδέρας, του πασίγνωστου κοσμικού κέντρου που έφτιαξε ο Μπάμπης Μορρές είχε εξαπλωθεί σ’ όλο τον κόσμο. Είχαν έρθει όλοι στο νησί: Απ’ τον Ωνάση και το Νιάρχο μέχρι τον Κένεντι και απ’ τους Rollings Stones μέχρι τους Beatles. Εκεί να δεις πάρτι! Πολλοί λάτρεψαν το νησί τόσο πολύ που αγόρασαν σπίτι, όπως ο Leonard Cohen!

Θυμάστε κάποιο άλλο ξακουστό μέρος;

Ναι, το Bill’s bar, εδώ που σήμερα βρίσκεται το Amalour. Ο Bill, ο ιδιοκτήτης ήταν Άγγλος, οπότε όπως καταλαβαίνεις οι θαμώνες ήταν Εγγλέζοι, Αμερικανοί, Καναδοί. Κάθε βράδυ γινόταν πανικός. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε στην Αγγλία κι ερχόταν κάθε καλοκαίρι μόνο. Όταν πέθανε, άφησε ως τελευταία του επιθυμία να σκορπίσουν τη στάχτη του στο Καμίνι, την αγαπημένη του παραλία.

Σήμερα η Ύδρα έχει διατηρήσει τον παραδοσιακό της χαρακτήρα.

Η Ύδρα ήταν νησί σφουγγαράδων και ψαράδων. Ακόμα κι όταν έγινε γνωστή σ’ όλο τον κόσμο, χάρη στην ταινία «Το παιδί και το δελφίνι» και προσέλκυσε ξένους τουρίστες που ήθελαν να μείνουν εδώ, διατήρησε την ταυτότητά της. Ακόμα και σήμερα, όλα τα σπίτια πρέπει ν’ ακολουθούν τον παραδοσιακό χαρακτήρα και ν’ αποτελούνται από πέτρα. Είναι αυστηροί οι κανονισμοί, γι’ αυτό και ευτυχώς δεν άλλαξε καθόλου.

20160818_193710

Πώς περνάτε τις μέρες σας το καλοκαίρι;  

Ξυπνάω το πρωί. Έρχομαι στον Ίσαλο πίνω το καφεδάκι μου με τα φιλαράκια μου. Κάθομαι εδώ, τριγυρνάω. Το βράδυ τρώμε κανένα σουβλάκι, πηγαίνουμε στη Σπηλιά ή στο θερινό σινεμά. Το βράδυ καταλήγω Amalour. Καθόμαστε, μιλάμε με τις κοπέλες, κάνουμε παρέα και μ’ αρέσει να λέω ιστορίες απ’ το νησί. Δεν έχω παράπονο απ’ τη ζωή μου. Πέρασα καλά. Τώρα είναι η σειρά των νέων να ζήσουν όσα περισσότερα μπορούν.

Πώς και δεν παντρευτήκατε ποτέ;

Είχα πολλούς έρωτες. Δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό. Ερωτεύτηκα μόνο μια βραζιλιάνα. Μόλις κατέβηκε απ’ το πλοίο την ερωτεύτηκα αμέσως. Ήρθε αμέσως σπίτι μου να τη φιλοξενήσω. Σπούδαζε στην Αθήνα, έμεινε μια μέρα. Την καψουρεύτηκα. Έκτοτε, καμία άλλη. Ερωτεύομαι για μια μέρα, το πολύ δύο μέρες και μετά μου φεύγει.

Πώς τις βλέπετε τις σχέσεις σήμερα;

Οι άνδρες για εμένα είναι βλάκες. Βιάζονται να παντρευτούν και μετά χωρίζουν. Και κάνουν και παιδιά. Οι γυναίκες είναι πανέξυπνες.

Οι πανέξυπνες την πατάνε συνήθως. Τι συμβουλή θα δίνατε σ’ εκείνες;

Να ψυχολογούν πρώτα τον άνδρα κι αν είναι σωστός, να περάσουν μια βέρα -ν’ αρραβωνιαστούν- και να μην βιαστούν να παντρευτούν. Επίσης, να μείνουν μακριά από τεμπέληδες. Αν ο άνδρας δε δουλεύει, δεν υπάρχει περίπτωση να εμπνεύσει το σεβασμό σε μια γυναίκα. Θα συμβούλευα επίσης να διαλέξουν κάποιον μεγαλύτερο κι όχι πολύ όμορφο. Κάποιον με ισχυρή προσωπικότητα.