Στέφανος Δάνδολος | Με αφορμή το νέο του βιβλίο «Ιστορία χωρίς όνομα» απαντά σε ερωτήσεις αναγνωστών

Μαρία-Άννα Τανάγια

Λίγες μέρες πριν, ζήτησα απ’ τους αναγνώστες του περιοδικού να πάρουν οι ίδιοι συνέντευξη από το συγγραφέα Στέφανο Δάνδολο με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του βιβλίου «Ιστορία χωρίς όνομα» απ’ τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Με άλλα λόγια, να στείλουν την ερώτηση που θα ήθελαν να του θέσουν. Συγκέντρωσα πάνω από 80 ερωτήσεις, τις διάβασα ξανά-ξανά και επέλεξα εκείνες που μου έκαναν περισσότερη εντύπωση (εκείνες που σκέφτηκα «τι τέλεια ερώτηση! Θα ήθελα να την είχα σκεφτεί κι εγώ»). Ιδού, λοιπόν, η συνέντευξη που έκανες εσύ (κι έβαλα ελάχιστα το χεράκι μου).

Μαρία-Άννα Τανάγια

Κασσιανή Κοσμίδου: Πώς ξεκίνησε η συγγραφή του βιβλίου σας «Ιστορία χωρίς Όνομα» και γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο και αυτό το εξώφυλλο;

Ο τίτλος, που φυσικά αποτελεί παράφραση του γνωστού έργου της Πηνελόπης Δέλτα, υποδεικνύει τη χροιά του έργου: ότι πρόκειται για ιστορία και όχι για παραμύθι, ότι είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα. Το εξώφυλλο είναι επιλογή των Εκδόσεων Ψυχογιός. Η συγγραφή, κυρία Κοσμίδου, ξεκίνησε αβίαστα, σαν ανάσα. Η έρευνα για τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματά μου με είχε βοηθήσει να αντλήσω τα τελευταία χρόνια τεράστιο υλικό για την σπουδαία αυτή Ελληνίδα. Ό,τι απέμενε ήταν το γράψιμο και η σύνθεση.

Κώστας Παντελίδης: Διάβασα ότι το βιβλίο σας είναι βασισμένο στα ημερολόγια της Πηνελόπης Δέλτα. Προσεγγίζετε τη ζωή της στο βιβλίο σας με τρόπο ιστορικό ή έχετε προσθέσει και μυθιστορηματικές νότες για όσες πτυχές της ζωής της δε σας ήταν γνωστές;

Έχω προσθέσει και μυθιστορηματικές νότες, όχι σε πτυχές της ζωής της που δεν μου ήταν γνωστές αλλά για λόγους ατμόσφαιρας. Βλέπετε, αυτό που διαφοροποιεί τις ιστορικές βιογραφίες από τα μυθιστορήματα είναι η πλοκή, μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το «Ιστορία χωρίς όνομα» είναι βασισμένο στα ημερολόγιά της, όπως σωστά είπατε, κύριε Παντελίδη, αλλά όπως επισημαίνω και στις σημειώσεις του βιβλίου, πρόκειται για μυθιστόρημα, και πρέπει να διαβαστεί σαν μυθιστόρημα.

Αθανασία Γεωργαντά: Απ’ όσο έχετε μελετήσει την Πηνελόπη Δέλτα, τα πάθη της την έκαναν συγγραφέα και δημιουργό, ή αντίστροφα η καλλιτεχνική της φύση την ώθησε σε έναν τόσο βασανισμένο έρωτα;

Έξοχη ερώτηση. Σίγουρα η βαθύτερη ιδιοσυγκρασία της την έκανε συγγραφέα, γιατί έτσι συμβαίνει συνήθως με τους συγγραφείς. Αλλά στην περίπτωσή της, ίσως συνέβησαν και τα δύο. Η καλλιτεχνική της φύση, κυρία Γεωργαντά, ήταν ιδιαίτερα έντονη, ακόμη κι όταν δεν είχε εκδηλωθεί προς τα έξω. Σιγόβραζε πάντα μέσα της. Οπότε, όλα συγκλίνουν στο ότι το ταμπεραμέντο της, αυτή η βαριά και εύθραυστη ψυχοσύνθεση που αργότερα γέννησε τόσα έργα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στις κατακλυσμιαίες συναισθηματικές εντάσεις εκείνης της εποχής.

Σταματίνα Δημαμά: Πιστεύετε ότι βιβλία βασισμένα στη ζωή μεγάλων προσωπικοτήτων έχουν δεδομένη την επιτυχία;

Εκ πείρας σας λέω, κυρία Δηματά, ότι κανένα βιβλίο δεν έχει δεδομένη την επιτυχία. Το αν θα πάει καλά ένα μυθιστόρημα είναι συνδυασμός πολλών παραγόντων, που έχουν να κάνουν με το timing, με την αγορά, με τις τάσεις της εποχής. Ίσως το μόνο που διαφοροποιεί ένα βιβλίο βασισμένο στη ζωή μιας μεγάλης προσωπικότητας από ένα βιβλίο καθαρής μυθοπλασίας, είναι ότι το πρώτο ξεκινάει από πλεονεκτική αφετηρία σε ό,τι αφορά το κοινό που έχει ενδιαφέρον ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Αυτό φυσικά δεν προδικάζει την επιτυχία. Το αν θα γίνει ένα έργο αγαπητό εξαρτάται από το άστρο του έργου.

Αφροδίτη Κρεμμύδα: Κ. Δάνδολε καλοτάξιδο το νέο βιβλίο σας! Πιστεύετε πως η Πηνελόπη Δέλτα αυτοκτόνησε για τον χαμένο έρωτα της ή επειδή δεν άντεχε να βλέπει την Ελλάδα υπό Γερμανική κατοχή;

Η αυτοκτονία της, κατά τη γνώμη μου, ήταν ένας συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Ήταν μια γυναίκα 67 ετών, άρρωστη, κουρασμένη, αντιμέτωπη με τις προσωπικές της διαψεύσεις. Η θλίψη, που κουβαλούσε πάντα ως έμφυτο στοιχείο του χαρακτήρα της, την είχε πλέον καταβάλλει. Είναι σαφές από τα ημερολόγιά της ότι είχε να διαχειριστεί αυτή την άδικη μοίρα που συχνά βαραίνει τους ηλικιωμένους: το ότι δεν αισθάνονται πια χρήσιμοι στους άλλους. Τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει. Είχε σταματήσει να γράφει. Επίσης όλα εκείνα για τα οποία είχε παλέψει μέσα από τα βιβλία της, η ιδέα της μεγάλης Ελλάδας, η ενδυνάμωση της πατρίδας, συνθλίβονταν κάτω από την έλευση των ναζιστικών αρμάτων. Αντιλαμβάνεστε, κυρία Κρεμμύδα, πως η έτσι κι αλλιώς ευαίσθητη κράση της είχε αρχίσει να ραγίζει για τα καλά. Δεν πιστεύω πως αυτοκτόνησε για τον χαμένο της έρωτα, διότι ο Δραγούμης είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν. Υποψιάζομαι όμως ότι η λέξη «Σιωπή», με την οποία έκλεισε το τελευταίο της σημείωμα, έκρυβε μέσα της και το μεγάλο ανεκπλήρωτο της ζωής της. Γιατί όταν φτάνουμε στο τέλος, δεν σκεφτόμαστε όσα πετύχαμε, αλλά όσα μας διέφυγαν, όσα δεν καταφέραμε να ζήσουμε.

Κατερίνα Τσολάκη: Πόσο καιρό σας διήρκεσε  η έρευνα προτού ξεκινήσετε τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Είναι η πρώτη φορά που βγάζω βιβλίο έναν μόνο χρόνο μετά το προηγούμενο, αλλά συνέβη το εξής, κυρία Τσολάκη: η έρευνα που έκανα από το 2010 έως το 2016 για την «Χορεύτρια του Διαβόλου» και το «Όταν θα δεις τη θάλασσα» μού παρείχε άφθονο υλικό για την Πηνελόπη Δέλτα. Ήταν θαρρείς μοιραίο. Συνεχώς έπεφτα πάνω της. Πριν καν τελειώσω τη «Θάλασσα» άρχισα να διαβάζω τα δημοσιευμένα ημερολόγιά της, τις γνωστές «Ενθυμήσεις», και όσο πιο βαθιά βουτούσα στη ζωή της τόσο εντεινόταν η ανάγκη μου να καταπιαστώ με κάποιο κομμάτι αυτής της ιστορίας. Έτσι, παρότι ένιωθα εξαντλημένος από τα τρία χρόνια που χρειάστηκα να γράψω το «Όταν θα δεις τη θάλασσα», έπεσα με τα μούτρα στην αγαπημένη συγγραφέα της εφηβικής μου ηλικίας. Το υλικό ήταν αλιευμένο και με περίμενε.

Σταυρούλα Κόντου: Με ποιο τραγούδι θα ντύνατε το νέο σας βιβλίο; 

Με κάποιο από αυτά που ακούει μαζί με τη Μαριάνθη, τη βοηθό της, τη βραδιά πριν πάρει το δηλητήριο. Υπάρχει μια τέτοια σκηνή στο βιβλίο, κυρία Κόντου. Ναι, ένας Αττίκ είναι το ιδανικό σάουντρακ.

Ευθύμιος Ιωαννίδης: Αν ζούσε η Πηνελόπη Δέλτα τι θα τη ρωτούσατε;

Ω, είναι τόσες πολλές οι ερωτήσεις που θα ήθελα να της κάνω, κύριε Ιωαννίδη. Ίσως όμως τελικά θα της απηύθυνα το πιο πεζό ερώτημα που μπορεί να δεχτεί ένας συγγραφέας: Ποιο βιβλίο της αγαπάει περισσότερο;

Γεώργιος Ματσούκης: Ποιος  ήρωας από όλα τα βιβλία σας είναι αυτός που σας ταλαιπώρησε περισσότερο  να τον αποτυπώσετε στο χαρτί. Καλοτάξιδο από καρδιάς!! 

Ευχαριστώ, κύριε Ματσούκη. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος μεμονωμένος ήρωας που μπορώ να πω ότι με ταλαιπώρησε τόσο ώστε να το ανακαλώ στη μνήμη μου. Καθένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες που πλάθω έχει τα κλειδιά του, τις ιδιορρυθμίες του, και η δυσκολία είναι πάντοτε μέρος της δουλειάς. Αντιθέτως, υπάρχουν ένα-δύο βιβλία που με έχουν ταλαιπωρήσει περισσότερο από άλλα. Το «Όταν θα δεις τη θάλασσα» είναι ένα από αυτά, εξαιτίας των πολλών θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται, και φυσικά εξαιτίας της τεράστιας έρευνας που χρειάστηκε για να γραφτεί.

Ελένη Γεωργουλοπούλου: Θα θέλατε ν’ αλλάξετε το τέλος σε κάποιο από τα βιβλία σας ή να ξαναγράψετε κάποιον χαρακτήρα; 

Όχι, αλλά, αν είχα να επιλέξω, θα ήθελα να ξαναγράψω ολόκληρα τα 2 πρώτα μου βιβλία. Τόσο οι «Υπνοβάτες του Σεπτέμβρη» όσο και ο «Περίγελος των αγίων» έρχονται από μια εποχή πολύ άγουρη συγγραφικά, που δεν έχει καμία σχέση με τα επόμενα χρόνια. Είναι βιβλία γραμμένα με πάθος αλλά δίχως ιδιαίτερη τεχνική και δεν με ενοχλεί που παραμένουν εξαντλημένα – ίσως αυτός είναι και ο λόγος που δεν με ενδιαφέρει να ξαναεκδοθούν, μολονότι ο κόσμος αναζητεί τα πρώτα μου έργα. Ξέρετε, κυρία Γεωργουλοπούλου, αυτό που συνέβη με μένα είναι το εξής παράδοξο: έγινα αυτός που είμαι με την ανοχή του κοινού. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η πρώτη μου περίοδος αγαπήθηκε πολύ από κάποιους, ωστόσο, για να είμαι ειλικρινής, πρέπει να ομολογήσω πως ό,τι έγραψα τη δεκαετία του ενενήντα ήταν απλώς το σκαλοπάτι για να φτάσω να γράψω τα έργα που πραγματικά αποδέχομαι και αγαπώ.

Ντίνα Κυργιάκου: Θέλατε από μικρός να γίνετε συγγραφέας; Πώς νιώσατε όταν κρατήσατε στα χέρια σας το πρώτο σας βιβλίο;

Ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου. Θυμάμαι σαν τώρα εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα του 1996, στο σπίτι του Πέτρου Σταθάτου, του δημιουργού των θρυλικών εκδόσεων Δελφίνι, που παρέλαβα το πρώτο τυπωμένο αντίτυπο του μυθιστορήματος «Υπνοβάτες του Σεπτέμβρη». Δεν το άφηνα από τα χέρια μου για μέρες. Χρόνια ονειρευόμουνα αυτή τη στιγμή, κυρία Κυργιάκου, γιατί πράγματι, ήθελα από μικρός να γίνω συγγραφέας. Τις πρώτες μου ιστορίες τις έγραψα σε ηλικία επτά ετών υπαγορεύοντας στη μητέρα μου περιπετειούλες με ήρωες τους τρεις σωματοφύλακες, τον Ζορρό και τον Ρομπέν των Δασών.

Γεωργία Ρουμελιώτου: Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας Έλληνες και ξένοι συγγραφείς και πώς επηρέασαν –εάν επηρέασαν- το έργο σας; 

Αχ, είναι πάρα πολλοί, κυρία Ρουμελιώτου, και συγχωρείστε με που θα απαντήσω ελλειπτικά. Αγαπώ τους κλασσικούς. Και λατρεύω επίσης τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Οπότε, η λίστα είναι τεράστια. Παπαδιαμάντης, Καζαντζάκης, Τσίρκας, Πρεβελάκης, Καραγάτσης, ποιους να πρωτοαναφέρω; Ο Βασιλικός, που με επηρέασε πάρα πολύ. Ο Μάτεσις. Ο Μουρσελάς. Η Σωτηρίου. Ο Ταχτσής. Νεότεροι, όπως ο Κοντολέων και η Δούκα. Όλα ξεκίνησαν από την Πηνελόπη Δέλτα, φυσικά – εκείνη υπήρξε ο πρώτος μεγάλος σταθμός της ζωής μου. Και σημερινοί όμως. Ναι, συνάδελφοι με τους οποίους μοιράζομαι το ίδιο ταξίδι. Ο Ζουργός, η Πριοβόλου, ο Ραπτόπουλος, η Ζατέλη, ο Σκαμπαρδώνης, η Τριανταφύλλου, ο Τζαμιώτης. Είναι τόσοι πολλοί αυτοί που εκτιμώ και παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη δουλειά τους. Ωστόσο, οι πιο ισχυρές επιρροές ήρθαν από τη ξένη λογοτεχνία. Ναμπόκοβ, Μπέλλοου, Βιντάλ, Φίλιπ Ροθ, Μέιλερ, Τρούμαν Καπότε, Ίβλιν Γουό… Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό.

Copyright: Δήμητρα Κωστάκη

Δέσποινα Παυλίδου: Τι είναι αυτό που σας φέρνει έμπνευση και τι θεωρείτε γούρι στη συγγραφή σας;

Ειλικρινά, κυρία Παυλίδου, έπειτα από τόσα χρόνια δεν έχω αποκρυσταλλώσει τι είναι αυτό ακριβώς που φέρνει την έμπνευση. Ούτε έχω κάποιο γούρι στη διαδικασία. Όλα έχουν να κάνουν με τη σκληρή δουλειά. Σε γραπώνει μια ιδέα και πρώτα καλείσαι να αποφασίσεις αν είναι απλώς μια επανάληψη άλλων πραγμάτων που έχεις γράψει. Όταν συνειδητοποιήσεις ότι βαδίζεις πραγματικά σε καινούργιο δρόμο, αρχίζει ο μεγάλος μαραθώνιος, η μάχη με τη λευκή σελίδα, το ανάπτυγμα της ιδέας, το χτίσιμο, η σύνθεση. Στην περίπτωσή μου δεν είναι θέμα έμπνευσης, αλλά κοπιαστικής εργασίας, ασταμάτητου μόχθου που μπορεί να κρατήσει χρόνια ολόκληρα, όπως συνέβη με το «Όταν θα δεις τη θάλασσα».

Σταυρούλα Εμμανουηλίδου: Σε ποιον δίνετε να διαβάσει πρώτος ένα βιβλίο σας μόλις γράψετε το τέλος;  

Στη σύζυγό μου. Και πολύ σωστά, κυρία Εμμανουηλίδου, χρησιμοποιήσατε τη φράση «μόλις γράψετε το τέλος», διότι περιμένω πρώτα να τελειώσω ένα μυθιστόρημα και μετά αισθάνομαι έτοιμος να το δώσω να διαβαστεί. Πάντως, η γυναίκα μου είναι η πρώτη που το διαβάζει, λίγο πριν σταλεί στον εκδότη. Φυσικά στην πορεία της συγγραφής το συζητάω με τους κοντινούς μου ανθρώπους, κάνω ερωτήσεις, το μοιράζομαι όσο θέλω να το μοιραστώ. Αλλά πρέπει να βάλω τελεία για να το θέσω προς ανάγνωση.

Marianna says: «Αν θέλεις κι εσύ να συμμετέχεις ενεργά στη θεματολογία του περιοδικού, ν’ αναλάβεις την αρχισυνταξία ή να μοιραστείς την ιστορία σου, σε περιμένω στην Αίθουσα Σύνταξης»!