Άρθρα

LOCAL SHORT FILM FESTIVAL #10 | Όλες οι ταινίες που θα δούμε τον Απρίλιο

Το Local Short Film Festival επιστρέφει ανανεωμένο με ένα πλούσιο κινηματογραφικό τριήμερο. Την Τρίτη 2/4, την Τετάρτη 3/4 και την Πέμπτη 4/4, η ομάδα του φεστιβάλ και οι συντελεστές του, σας περιμένουν στον Πολυχώρο WE για να απολαύσετε τις παραγωγές των δημιουργών. Μάθετε περισσότερα για τις ταινίες που θα δούμε!

Read more

Ελένη Πνευματικού |Η δημιουργός του ντοκιμαντέρ Friday Night @ Eidomeni σε κοντινό πλάνο

Μαρία-Άννα Τανάγια

Η Αλεξάνδρα μου στέλνει στο inbox ένα link από το YouTube και μου γράφει: «Δες το. Ντοκιμαντέρ για την Ειδομένη. Τα έχουμε όλα και δεν εκτιμάμε τίποτα ενώ άλλοι δεν ξέρουν πού θα κοιμηθούν κάθε βράδυ. Γροθιά στο στομάχι». Επόμενη κίνηση να βρω τη δημιουργό του Ελένη Πνευματικού, μια νέα σκηνοθέτιδα και παραγωγό που αν και κάνει τα πρώτα της βήματα, αυτά είναι τόσο συναρπαστικά και ελπιδοφόρα που αξίζει να μάθουμε περισσότερα για εκείνη!

Μαρία-Άννα Τανάγια

Θα ήθελα να μάθω κάποια πράγματα για εσένα. Όπως το πότε αποφάσισες ότι θέλεις ν’ ασχοληθείς με τον κινηματογράφο.

Όταν τα άλλα παιδάκια έπαιζαν κρυφτό, εγώ ετοίμαζα μικρές παρουσιάσεις με τους φίλους και τα ξαδέρφια μου. Δεν είχα αποφασίσει, βέβαια, από τότε να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο… Αυτό έγινε πολύ αργότερα, όταν κλήθηκα να δηλώσω και επίσημα τι ήθελα να σπουδάσω. Η απόφαση να εγγραφώ στο Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εξέπληξε αρκετούς, είναι η αλήθεια, αλλά για μένα ήταν μια φυσική εξέλιξη.

Ποια ήταν η ταινία (ή ταινία τεκμηρίωσης) που είδες μικρή και σκέφτηκες: «αυτό θα ήθελα να το έχω γυρίσει/σκεφτεί εγώ»;

Χμμμ… πόσο μικρή; Δεν μπορώ να σκεφτώ κάποια ταινία συγκεκριμένα. Υπάρχουν βέβαια ντοκιμαντέρ και ταινίες, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο γνωστές, κοινωνικού κυρίως ενδιαφέροντος, οι οποίες με έβαλαν σε σκέψεις, ή αν θέλεις, με βοήθησαν να «δω» πιο καθαρά το πώς θα μπορούσα να προσεγγίσω μέσα από τη δική μου ματιά ή να διαχειριστώ κινηματογραφικά κάποια θέματα που έχω στο μυαλό μου.

Για να σου απαντήσω όμως και πιο συγκεκριμένα, «αυτό ΘΑ το σκηνοθετήσω ΕΓΩ!, (όταν έρθει η ώρα του*)» ήταν μια φράση που είπα με απόλυτη σιγουριά πριν από λίγο καιρό, διαβάζοντας την πρώτη συγγραφική προσπάθεια μιας οικογενειακής φίλης.

[*προς το παρόν, περιμένουμε να κρατήσουμε στα χέρια μας την πρώτη έκδοση του βιβλίου με τίτλο «ευτυχώς που σε συνάντησα», μέσα στις επόμενες εβδομάδες!…]

Η επιλογή της Σχολής Κινηματογράφου ήταν από ό,τι αντιλαμβάνομαι μια συνειδητή απόφαση. Τι εικόνες συγκρατείς από τα φοιτητικά σου χρόνια;

Ναι. Ήταν η πρώτη μου επιλογή! Χμμμ… φοιτητικά χρόνια… είδα πολλές, ΠΟΛΛΕΣ ταινίες, όσες δεν είχα δει στη μέχρι τότε ζωή μου! Διαφορετικές ταινίες: μικρές, μεγάλες, έγχρωμες, ασπρόμαυρες, ελληνικές, ευρωπαϊκές και διεθνείς παραγωγές, από πολλά κινηματογραφικά είδη, περισσότερο ή λιγότερο γνωστά. Αν και οι υλικοτεχνικές ελλείψεις στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. ήταν (και παραμένουν απ’ όσο μαθαίνω) πολλές, γνώρισα ανθρώπους με αγάπη για το αντικείμενό τους, και διάθεση να μας εμπνεύσουν την τέχνη του κινηματογράφου και να μας βοηθήσουν –παρά τις πρακτικές δυσκολίες-  να ανακαλύψουμε το δικό μας ύφος, και  τη δική μας ταυτότητα στο χώρο αυτής της τέχνης. Έμαθα πολλά!

Η ταινία μικρού μήκους «Bitter Hour», δικής σου υπογραφής, κέρδισε βραβείο σεναρίου στο πανευρωπαϊκό φεστιβάλ Filme. Μίλησε μου για την ταινία. Φιλοδοξούσες ή προσδοκούσες να κερδίσεις;

Η πρώτη εκδοχή της ταινίας «Ώρα Πικρή» ήταν για μένα ένα crash-test σκηνοθεσίας (παρόλο που έγραψα και το σενάριο), στο τέταρτο έτος της Σχολής, πριν την Πτυχιακή.  Πολύ διδακτική εμπειρία! Μέσα από όλη τη διαδικασία ανάπτυξης και ολοκλήρωσης της ταινίας, εξελίχθηκα ως δημιουργός και έμαθα πολλά. Ήταν μεγάλη τιμή για εμένα η βράβευση στο Filme, κατά την πρώτη δημόσια προβολή του director’s cut της ταινίας, και δεν σου κρύβω ότι με συγκίνησαν τα σχόλια που άκουσα!

*Μπορείς να δεις όλη την ταινία «Bitter Hour» εδώ

Θα ήθελα να μου μιλήσεις και για άλλες σου δουλειές. Τι είναι αυτό που σε ωθεί στη δημιουργία μιας νέας ταινίας;

Όταν έχω ένα project, προσπαθώ να δίνω το 100% της ενέργειάς μου (…και το 200% ενίοτε!). Αν δεν έχω κάτι να «πω», να εκφράσω ή να σχολιάσω, αν δεν υπάρχει κάποιο έναυσμα, μια σκέψη, μια εικόνα ή ένα συναίσθημα, προτιμώ να μην «μιλήσω». Σε τέτοιες περιπτώσεις και περιόδους, προτιμώ να συμβάλλω στην υλοποίηση αντίστοιχων οραμάτων φίλων και συνεργατών, στα οποία πιστεύω κι εγώ.

Η «Ώρα Πικρή» για παράδειγμα, μιας που την αναφέραμε, ξεκίνησε σαν μια εργασία για τη Σχολή. Η πρώτη εικόνα, όμως, που ήταν και η αφορμή για αυτή την ιστορία, ήταν αυτή ενός ηλικιωμένου άνδρα σε ένα αστικό λεωφορείο, που φώναζε θυμωμένος σε όλους τους επιβάτες. Με έβαλε σε σκέψεις και κάποια στιγμή έπιασα τον εικοσάχρονο εαυτό μου να προσπαθεί να μπει στο μυαλό ενός εβδομηντάρη άντρα… Προσπάθησα να μαντέψω τι μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να χάνει τον έλεγχο και να υπερβαίνει τις νόρμες μην μπορώντας να ελέγξει τον εαυτό του και να τον ενοχλεί ακόμη και το βλέμμα όσων επιβατών τον κοιτούσαν προσπαθώντας να καταλάβουν τι έχει πάθει… Δύσκολο θα έλεγα, αλλά το ταξίδι ήταν μαγευτικό και πολύ συγκινητικό!

Αντίστοιχα, πριν από λίγο καιρό, διαβάζοντας το ανέκδοτο ακόμη τότε μυθιστόρημα της Άννας Φανή «ευτυχώς που σε συνάντησα», συγκινήθηκα τόσο πολύ, που δε δίστασα να ζητήσω να το σκηνοθετήσω.

12208507_10204052113062235_8017143982932803177_n

Το ντοκιμαντέρ στην Ειδομένη πρέπει να ήταν μια μοναδική εμπειρία. Πώς προέκυψε η ιδέα ή ανάγκη αυτού;

Ήταν! Λίγες μέρες πριν από εκείνη την Παρασκευή, μου ζήτησαν από το Κοινωνικό Ιατρείο Αλληλεγγύης της Θέρμης να συνοδέψω την αποστολή των εθελοντών από τη Θέρμη στην Ειδομένη, προκειμένου να καλύψω οπτικοακουστικά –μαζί με τον φίλο και συνεργάτη Βασίλη Κατσίκη- την πρώτη αυτή επίσκεψη. Δεν σου κρύβω πως στην αρχή ήμουν αρκετά διστακτική. Ίσως και κάπως φοβισμένη για το τι θα συναντούσα το βράδυ. Καθώς λοιπόν ετοιμαζόμουν εκείνο το απόγευμα, σκέφτηκα ότι θα είχε ενδιαφέρον να καταγράψω (σαν ένα κοινωνικό πείραμα σκέψου) την εμπειρία μου, το πώς ξεκίνησα το απόγευμα από το σπίτι μου (δυναμικά και ενθουσιασμένη για το εγχείρημα του Κοινωνικού Ιατρείου), και το πώς θα επέστρεφα μετά από μια τέτοια εμπειρία (άραγε πώς; ).

Βέβαια, όταν μετά επεξεργαζόμουν και μόνταρα το υλικό, διαπίστωσα ότι το υλικό από την Ειδομένη ήταν από μόνο του τόσο δυνατό, που το αρχικό concept με εμένα μέσα θα ήταν φλυαρία. Παρατήρησα επίσης, ότι για μια βδομάδα αρνούμουν να ξαναδώ τα πλάνα και προσπαθούσα να το αποφύγω. Εν τω μεταξύ, φίλοι και συγγενείς που έμαθαν ότι πήγα, με ρωτούσαν για την εμπειρία μου και την κατάσταση εκεί. Άλλο όμως να σου το περιγράφουν και άλλο να το ζεις…. Και επειδή «μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις», και «χίλιες σκέψεις» θα προσθέσω εγώ, θεωρώ πως μια ενδιάμεση εμπειρία, είναι το μικρό ντοκιμαντέρ «Friday Night στην Ειδομένη»… η προσωπική μου μαρτυρία, για το πώς βίωσα κάποια γεγονότα και στιγμές –πολύ δυνατές ομολογώ- το βράδυ εκείνης της Παρασκευής στην Ειδομένη.

 

Ποια είναι η ιστορία/εικόνα που θα θυμάσαι όσα χρόνια κι αν περάσουν από την επίσκεψή σου εκεί;

Είναι πολλά! Ακόμα και τώρα που ανακαλώ μνήμες από εκείνο το βράδυ, νιώθω το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι. (ανάσα) Είδα πρωτόγνωρες για εμένα εικόνες, άκουσα συγκλονιστικές ιστορίες, από ανθρώπους που άφησαν πίσω τους μια απλή καθημερινότητα, ίσως και παρόμοια με την δική μου, και ξεκίνησαν αυτό το μεγάλο ταξίδι με έναν σάκο στην πλάτη με τα πολύ απαραίτητα μέσα, και χωρίς δεύτερο παντελόνι… Γνώρισα και μίλησα με νέους που άφησαν πίσω τις οικογένειές τους, και έφυγαν «ως πιο νέοι και ευέλικτοι, για να σώσουν το μέλλον τους», όπως μου είπε ένας φοιτητής πολυτεχνείου, που έφυγε ένα μήνα πριν την αποφοίτησή του. Είδα επίσης έλληνες εθελοντές, που τόσο συνειδητά και με τόση δύναμη και ενέργεια ήταν εκεί για να βοηθήσουν και να παράσχουν μια ανάσα, ένα κομμάτι ψωμί κι ένα δεύτερο ρούχο, στη δύσκολη αυτή πορεία των προσφύγων να ξεφύγουν από την εμπόλεμη ζώνη…. (παύση)

Μπορώ να σου μιλάω για ώρες για όλα αυτά. Ένα μικρό δείγμα της εμπειρίας μου εκεί, νομίζω το αντιλαμβάνεται ο θεατής του ντοκιμαντέρ. Αυτό όμως που δεν μπορείς να το δεις ως θεατής στο ντοκιμαντέρ, και είναι ίσως αυτό που μου έχει μείνει πιο χαρακτηριστικά, είναι η μυρωδιά του χώρου. Πλησιάζοντας στην είσοδο του καταυλισμού, η αλλαγή της ατμόσφαιρας ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή. Δεν μπορώ να την προσδιορίσω ακριβώς, όμως ήταν σίγουρα μια αίσθηση αποπνικτική, σε σημεία αφόρητη, που σου έσφιγγε το στομάχι, και σε συνδυασμό με τις εικόνες, άλλαζε –το λιγότερο- την έκφραση του προσώπου σου.

12079332_10153759311799665_3120893876202751381_n

Ξέρω ότι είναι κλισέ, αλλά ρωτώ από καθαρό ενδιαφέρον και λίγη περιέργεια: Είναι εύκολο για έναν δημιουργό να συνεχίζει να δημιουργεί σε μια χώρα σαν την Ελλάδα; Έχει νόημα;

Ειλικρινά πιστεύω ότι τίποτα δεν είναι εύκολο, αλλά και τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο. Είναι γεγονός αυτό που λένε ότι σε περιόδους κρίσης ανθίζει η τέχνη, πιθανότατα επειδή τα ερεθίσματα είναι πιο έντονα (βλ. “Friday Night στην Ειδομένη”), όπως είναι πραγματικότητα και η απαξίωση της δύναμης της τέχνης γενικότερα, κυρίως όταν αντιπαραβάλλεται με τις βασικές βιοποριστικές ανθρώπινες ανάγκες.

Νόημα… Οι ελλείψεις που συνάντησα, ως φοιτήτρια στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. και που ήταν αυτές που μας δυσκόλευαν στην υλοποίηση των ιδεών μας, οδηγώντας εμένα (όπως και τους συμφοιτητές μου) πολλές φορές σε «εκπτώσεις» στο τελικό αποτέλεσμα, παρατηρώ –μεγαλώνοντας- ότι υπάρχουν και στον επαγγελματικό, κινηματογραφικό (και ευρύτερο καλλιτεχνικό) χώρο στην Ελλάδα. Αν όμως δεν βάλουμε ΕΜΕΙΣ το λιθαράκι μας στη θεμελίωση της αλλαγής όσων μας αποθαρρύνουν, ποιος θα έρθει να τα διορθώσει;

 

Πηγαίνεις σινεμά;

Όχι όσο θα περίμενε κάποιος. In public, προτιμώ να παρακολουθώ θεατρικές παραστάσεις, λόγω της αμεσότητας του ηθοποιού με το κοινό. Διαφορετική εμπειρία!… Τις ταινίες –αν και κάποιες ίσως «χάνουν» στη μικρή οθόνη– προτιμώ να τις απολαμβάνω στην οικιακή ησυχία για να έχω τη δυνατότητα να ξαναβλέπω κάποιες σκηνές, και κυρίως τα αγαπημένα μου making-of.

310078_10151371645301968_420699779_n

Παρακολουθείς μόνο «ποιοτικές» ταινίες ή υποκύπτεις και στα blockbusters;

Ναι, είμαι σκηνοθέτις˙ ναι, μου αρέσει ο καλός / ποιοτικός κινηματογράφος˙ ναι, είμαι καλλιτέχνης… Αυτό όμως δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι παρακολουθώ μόνο «ψαγμένες», «κουλτουριάρικες» ταινίες, αλλά ούτε και μόνο blockbusters. Απολαμβάνω τις ταινίες που με συγκινούν συναισθηματικά, τις ταινίες που μου δίνουν το έναυσμα για σκέψη, που με χαλαρώνουν, που με κάνουν να ξεχαστώ, να ηρεμήσω, να γελάσω, να δακρύσω. Στα blockbusters, κυρίως στις ταινίες δράσης και επιστημονικής φαντασίας δηλαδή, αναγνωρίζω τον όγκο και την ποιότητας της δουλειάς –είναι κι αυτή η επαγγελματική διαστροφή, που δεν μου αφήνει περιθώρια!-, θα μπορούσα να δουλεύω (ξανά) στα backstage, αλλά ως θεατής, από τότε που έμαθα πώς γίνονται, και καταρρίφθηκε ο μύθος του υπαρκτού και του ψηφιακού κόσμου για μένα, δε συγκινούμαι τόσο.

Ποια θεωρείς ότι είναι σύμφωνα με τη δική σου γνώμη η κορυφαία (ή οι κορυφαίες) ταινία όλων των εποχών;

Αμέτρητες οι ταινίες που έχουν παραχθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα! Περιορισμένος ο αριθμός αυτών στις οποίες έχουμε πρόσβαση, και ακόμη πιο περιορισμένος ο αριθμός των ταινιών που έχω δει… Θα ήταν πολύ μεγάλη κουβέντα από μέρους μου, και δεν είμαι ακόμη σε θέση να πω κάτι τέτοιο. Ωστόσο, λόγω θέματος, με έχουν συγκινήσει ταινίες όπως “La vita e Bella” (R.Benigni, 1997), “Tsotsi” (G.Hood, 2005) και “Amour” (M.Haneke, 2012). Επίσης, πολύ σημαντική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου, θεωρώ τη “Hiroshima, Mon Amour” (A.Resnais, 1959) ˙ μελετώντας το αρχείο της ταινίας στο Παρίσι, ανακάλυψα το μεγαλείο και τη διαχρονικότητα της σκηνοθεσίας και της mise-en-scene, καθώς όλα αυτά που ετοίμαζα για την πτυχιακή μου εργασία, τα είχε οπτικοποιήσει ο Resnais πριν από τόσα χρόνια σε αυτή την ταινία.

Ποια ταινία έχεις δει υπερβολικά πολλές φορές και ευχαρίστως θα την έβλεπες ξανά;

Εκτός από τις κλασσικές ταινίες κινουμένων σχεδίων της Disney (εποχής Βασιλιά των Λιονταριών σκέψου) με τις οποίες μεγάλωσα, και τις επίσης κλασικές ασπρόμαυρες, γνωστές «ελληνικές ταινίες» που προβάλλονται ακατάπαυστα στην τηλεόραση, δε συνηθίζω να ξαναβλέπω περισσότερες φορές μια ταινία, εκτός κι εάν θέλω να μελετήσω σκηνοθετικά, υποκριτικά και δομικά στοιχεία της.

Ωστόσο, μια ταινία που όντως είδα και μελέτησα πολύ (στα πλαίσια της Ερευνητικής μου εργασίας στο Τμήμα Κινηματογράφου με θέμα «μνήμη, ταυτότητα & επιστροφή») – και πολύ το χάρηκα, ομολογώ!- είναι, εκτός από τη “Hiroshima, Mon Amour”, «η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού» (σκηνοθ. M. Gondry, 2004) και είναι η πρώτη ταινία που μπορώ να σκεφτώ.

Ποια ταινία θα μας πρότεινες να δούμε το σαββατοκύριακο και να την αγοράσουμε για να υπάρχει στο σπίτι για… ώρα ανάγκης;

Δεν ξέρω… Να να σου πω ποια είδα εγώ; Την «Πολίτικη Κουζίνα» (Τ.Μπουλμέτης, 2003). Είχα χρόνια να τη δω, παρόλο που η μουσική της Ευανθίας Ρεμπούτσικα με ταξιδεύει πολύ συχνά, και επειδή και το μεγάλο σενάριο που ετοιμάζουμε έχει σχέση με την Πόλη, ήθελα να έχω και «εικόνα» αυτό το Σαββατοκύριακο!

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;

Εν αναμονή της ολοκλήρωσης της ταινίας δράσης «Κακή Αρχή», που είναι μια μεγάλη και ανεξάρτητη ελληνική παραγωγή, στην οποία συμμετέχω, οργανώνω μαζί με τον αδερφό μου τα πρώτα βήματα της δικής μας εταιρείας οπτικοακουστικών παραγωγών Pnevma Productions, και σε συνεργασία με την Άννα Φανή, δουλεύουμε τη διασκευή του σεναρίου του μυθιστορήματός της.

Ποιο είναι το πιο τρελό σου όνειρο που θα ήθελες κάποια στιγμή να πραγματοποιηθεί;

Να καταφέρω να κάνω το γύρο του κόσμου, να γνωρίσω νέους πολιτισμούς και τρόπους ζωής, και μια μέρα, έχοντας εξαντλήσει τα επίγεια, να πεταχτώ μια βόλτα στο διάστημα, να τα δω όλα αυτά από πολύ ψηλά!

Marianna says: «Mπορείς να παρακολουθήσεις την ταινία της Ελένης «Bitter Hour» εδώ! Ακολούθησε την  στο κανάλι της στο YouTube και στο προφίλ της στο Linkedin προκειμένου να μαθαίνεις για τα νέα project της! Ώρα να δεις το ντοκιμαντέρ Friday Night @ Eidomeni»:

 

 

IN EDIT Thessaloniki edition | Μουσική για τα μάτια σου!

Το ΙΝ EDIT επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη! Αυτόν τον Απρίλιο, δύο μήνες μετά την πρώτη παρουσίαση του στην Αθήνα, το διεθνές φεστιβάλ μουσικού ντοκιμαντέρ «IΝ-EDIT», επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Το In-Edit Greece, με γεμάτες τις αποσκευές του με σπουδαία μουσικά ντοκιμαντέρ, δυνατές μελωδίες και συγκινητικές ιστορίες επιστρέφει στη πόλη όπου πρωτοπαρουσιάστηκε τον Απρίλιο του 2014.  Από τις 23 έως τις 29 Απριλίου 2015, στον κινηματογράφο «ΟΛΥΜΠΙΟΝ», θα ακούσουμε και θα δούμε μοναδικές ιστορίες  από τα παρασκήνια της παγκόσμιας μουσικής! 

Read more

Πάολα Ρεβενιώτη | Μια ιστορία για το ντοκιμαντέρ «Καλιαρντά»  

Μαρία-Άννα Τανάγια

Ως «ιδιότητες» στο Wikipedia της αποδίδονται οι εξής: Ελληνίδα εκδιδόμενη τρανς γυναίκα, εκδότρια, ποιήτρια και ακτιβίστρια. Η Πάολα Ρεβενιώτη, όμως, είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ όλα αυτά. Είναι μια αυθεντική καλλιτέχνιδα χωρίς απωθημένα και χωρίς υπέρμετρες φιλοδοξίες. Τη συνάντησα με αφορμή την προβολή του νέου της ντοκιμαντέρ «Καλιαρντά» στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Τη συνόδεψα στο απογευματινό της καφέ με σκοπό να μου διηγηθεί μια ενδιαφέρουσα ιστορία από τα γυρίσματα. Τελικά, προέκυψαν πολλές κι αν δεν ήθελα να καταχραστώ το χρόνο της θα ήμουν ακόμα εκεί να την ακούω «ρουφώντας» αμοντάριστες εικόνες από τη μυθιστορική ζωή της.

Μαρία-Άννα Τανάγια

 

«Στην αρχή είχα σκεφτεί να κάνω απλά ένα ντοκιμαντέρ για τα Καλιαρντά. Έτσι απλά λειτουργώ, δεν μπορώ να κάτσω να το σκεφτώ περισσότερο. Έτσι άλλωστε έγιναν όλα μου τα ντοκιμαντέρ.

Από τα πρώτα γυρίσματα, όμως, συνειδητοποίησα ότι η ουσία του συγκεκριμένου ντοκιμαντέρ δεν είναι μόνο τα καλιαρντά, αλλά μια ολόκληρη ιστορία, σχεδόν εθνογραφική. Το κατάλαβα μια μέρα, όταν περνούσα από την Ομόνοια κι άκουσα δύο εξηντάρες αδερφές έξω από το τσοντάδικο Κοσμοπόλιταν να μιλάνε. Έπιασα τις λέξεις «Τεκνό, μπερντέ»…

11050272_1620406344862784_5533146589504458962_n

Τα καλιαρντά υπάρχουν από το 1920.  Και τα μιλούσαμε όλες οι τρανς. Ήταν καθαρά θέμα ανάγκης: να μπορείς να επικοινωνήσεις χωρίς να καταλαβαίνουν τι λες. Αν είχα εγώ τρία τεκνάκια στο σπίτι έλεγα στη φίλη μου «μην τζουρνέψουν τα τσόλια» (δηλαδή πρόσεξε μην με κλέψουν). Ή ρωτούσαμε μεταξύ μας: «είναι μπάρα το τεκνό ή φίφα»;   Υπήρχε ανάγκη επικοινωνίας, αλλά αυτό έγινε με μια ανατρεπτικότητα. Τα καλιαρντά ήταν εντελώς σατυρικά απέναντι στην εξουσία και αποδεικνύουν ότι αντιμετωπίζαμε τη ζωή με χιούμορ.

Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά μέχρι το 2000, όχι μόνο από ομοφυλόφιλους. Δεν ήταν η «γλώσσα μιας περιθωριακής ομάδας», δε συνδέθηκε με κάποιες γραφικές φιγούρες. Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας και της σεξουαλικότητας του Έλληνα. Όλα τα λαϊκά παιδιά, άλλωστε, είχαν σχέσεις με αδερφές. Όπως είπε και ο συγγραφέας Θανάσης Σκρουμπέλος στο ντοκιμαντέρ:  «Πήγαινες με αυτά τα παιδιά, άλλα ξύνοντας αυτό το κορμί συνειδητοποιούσες ότι υπάρχει από κάτω ένας άνθρωπος».

Προσπάθησα να επιλέξω τα άτομα που θα μιλήσουν στο ντοκιμαντέρ. Έχω ένστικτο σ’ αυτό. Ήμουν τυχερή γιατί πέτυχα τον Κώστα Κανάκη, ανθρωπολόγο-γλωσσολόγο, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου. Μίλησα με τον  George Le Nonce. Ήρθαμε για γυρίσματα και στη Θεσσαλονίκη όπου μίλησαν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Ηρακλής Δούκας, η Νανά, ο Θωμάς Κοροβίνης, ο Γιάννης Παλαμιώτης, ο Γιώργος Τσιτιρίδης και πολλοί ακόμη αξιόλογοι άνθρωποι που εκτιμώ. Δε νομίζω ότι μπορούσα να κάνω καλύτερη επιλογή. Έτσι, επέλεξα να χτίσω σιγά-σιγά την ιστορία, την οποία «έδεσαν» εξαιρετικά οι ταλαντούχοι συνεργάτες μου. Έξυπνα, πιτσιρίκια έως 28 ετών με φρέσκια ματιά, που όλοι μαζί είμαστε το Paola Team.

 

Έχω ακούσει πολύ όμορφα σχόλια για το ντοκιμαντέρ. Δε θέλω, όμως, να παγιδευτώ για να κάνω κάτι καλύτερο μετά τα Καλιαρντά. Έχω στο νου μου μια πολύ δυνατή περιθωριακή ιστορία. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος. Με ενδιαφέρει η ιστορία. Έτσι λειτούργησα στη ζωή μου. Δεν αρνήθηκα τη θηλυκή μου υπόσταση, αλλά έλεγα πως δε θα μιμηθώ μια γυναίκα. Άλλο να βλέπω τον κόσμο με γυναικεία ματιά, να θέλω να με αντιμετωπίζουν οι έρωτές μου σαν γυναίκα και να ζω σαν γυναίκα και άλλο να προσποιούμαι ότι είμαι γυναίκα. Ε, δεν είμαι γυναίκα. Δεν προσπάθησα να κοροϊδέψω κανέναν. Πάντα με σηκωμένα πόδια πήγαινα. Δεν κρύφτηκα ποτέ.

Ήμουν πολύ τυχερή στη ζωή μου. Δεν ένιωσα δυστυχισμένη. Το αντίθετο μάλιστα. Πίστευα πως όλοι οι άλλοι είναι δυστυχισμένοι γιατί εγώ έκανα την κάβλα μου και τα είχα λύσει όλα μέσα μου. Από μικρό παιδί τα είχα λύσει. Από τα 15 μου. Δεν ξέρω τι διάολος ήμουν. Είχα γνωρίσει ένα όμορφο παιδί, με φιλούσε και με φώναζε «ζορκολέμο». Με έλεγαν ανώμαλο και απορούσα:  Το να αγαπάς έναν άνθρωπο είναι ανωμαλία;

 

10599720_746844552039881_8019788615338908701_n

Στα 12 μου επαναστάτησα. Έφυγα από το σπίτι, όχι λόγω σεξουαλικών προτιμήσεων.  Οι γονείς μου είχαν χωρίσει. Τα μισά καλοκαίρια τα ζούσα στην Κέρκυρα γκλαμουράτα. Το χειμώνα στο Κερατσίνι. Με μια μάνα που δε με άφησε ποτέ να της πω πόσο την αγαπάω. Που με στήριζε συνεχώς. Οικογένεια συντηρητική. Μανιάτης ο δεύτερος  άνδρας. Ένιωθα ξένη. Έτσι, σηκώθηκα κι έφυγα και  γράφτηκα στο ναυτικό.  Από τα 12 μου μέχρι τα 15 μεγάλωσα σε στρατιωτική σχολή. Στο ναυτικό ήμουν αυτό που δεν καταλάβαιναν. Δεν με θεωρούσαν κάτι αξιολύπητο, αλλά τους χάλαγα την εικόνα γιατί δεν ήμουν κουνιστό.

Από την άλλη, ένιωσα το περιθώριο, αλλά το πάλεψα τρομερά. Ήταν άγριες οι εποχές τότε. Κατέβαινες στη Συγγρού, -έπρεπε να κάνεις πορνεία για να ζήσεις- και φορούσες 3 ρούχα: ένα για τα γιαούρτια κι ένα για τα κρατητήρια. Δεν κάθισα, όμως,  να μεμψιμοιρήσω. Εξέδωσα το «Κράξιμο». Έκτοτε, δε με ενοχλούσαν οι μπάτσοι και  με σεβάστηκε ο κόσμος.

Μ’ αρέσει να επικοινωνώ με τον κόσμο. Αλλά αυτή είναι η αντίφασή μου. Κατά βάθος είμαι μοναχικό άτομο.  Σκέφτομαι συνεχώς. Δεν μπορώ να σταματήσω, τρέμω με την ιδέα ότι δε θα δημιουργήσω κάτι. Δεν είναι ναρκισσισμός, δε θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Είναι ανάγκη έκφρασης. Μέσα από κάθε μου δουλειά, προσπαθώ να ψυχαναλύσω τον εαυτό μου».

 

Marianna says: «Διάβασε το αφιέρωμα που έκανε στην Πάολα το περιοδικό Dazed, μην ξεχάσεις να κάνεις  like στη Fan Page Paola Team Documentaries, μπες και απόλαυσε τα ντοκιμαντέρ της  στο κανάλι της στο Youtube»!  

L’ escale | Μετανάστες στην Αθήνα: μια «στάση» ζωής (ή θανάτου)

 Αλεξάνδρα Σιδερίδου

Βγαίνοντας από την κινηματογραφική αίθουσα μετά την προβολή του «L’escale» (Η στάση), η πρώτη και μοναδική σκέψη που τριγύριζε στο νου μου ήταν ότι, «αν όλοι έβλεπαν αυτό το ντοκιμαντέρ, τότε Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΙΓΟΥΡΑ ΠΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ»!

Αλεξάνδρα Σιδερίδου

Read more

Λάμψακος | Το πρώτο ελληνικό web documentary!

 

 

 

Άννα Ποδάρα

Τα δύο μικρασιάτικα χωριά που πλαισιώνουν την Χαλκίδα, η Ν. Λάμψακος και η Αρτάκη έχουν ιστορία χιλιάδων χρόνων.  Ενώ η πολιτισμική παράδοση της Αρτάκης είναι γνωστή σε όλη την Ελλάδα, πολύ λίγα ξέραμε μέχρι σήμερα για τη Λάμψακο, μια σημαντική κωμόπολη της αρχαιότητας με ιστορία 1.800 χρόνων. Δύο χρόνια λαογραφικής έρευνας, 30 συνεντεύξεις και γυρίσματα σε τέσσερις πόλεις σε Ελλάδα και Τουρκία ήταν αρκετά για να υλοποιηθεί το πρώτο ντοκιμαντέρ για την ιστορία της αρχαίας και της νέας Λαμψάκου!

Άννα Ποδάρα

 

 

Storytellers:  Άννα Ποδάρα, Νίκος Μαρτζίκος

Μεγαλώσαμε στη Νέα Λάμψακο και οι ιστορίες που ακούγονται στο ντοκιμαντέρ, είναι αυτές που αναφέρονταν μέσα στα σπίτια μας, στα οικογενειακά τραπέζια, στις γιορτές ακόμα και στα παραμύθια που μας έλεγαν. Οι ιστορίες του παππού και της γιαγιάς ήταν συναρπαστικές και δεν θέλαμε να χαθεί αυτή η γενιά, χωρίς να αφηγηθεί την ιστορία της. Άλλωστε, όπως ανακαλύψαμε, αυτές οι ιστορίες είχαν μηνύματα που θα μπορούσαν να μας φανούν χρήσιμα ειδικά στην σημερινή εποχή. Έτσι αποφασίσαμε να τις καταγράψουμε. Βάλαμε τους 85χρονους να ξαναγίνουν παιδιά και να μας αφηγηθούν, μέσα από τα δικά τους μάτια, την ιστορία των γονιών τους, ανθρώπων παλαιάς κοπής που τσούγκριζαν λέγοντας νοσταλγικά «Καλή πατρίδα» αλλά δε μεμψιμοιρούσαν: δημιουργούσαν την πατρίδα κάθε φορά από την αρχή.

Οι πρώτες σκέψεις για να το υλοποιήσουμε ήταν ν΄ακολουθήσουμε την πεπατημένη. Στηθήκαμε με τις ώρες έξω από το Δήμο, χτυπήσαμε τις πόρτες της Νομαρχίας, απευθυνθήκαμε σε μεγάλες επιχειρήσεις της πόλης. Δεν μας έδωσαν καν σημασία! Έτσι λοιπόν αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε μόνοι μας. Βλέπεις, δεν είχαμε πολύ χρόνο! Οι παππούδες που μπορούσαν να μας πουν ιστορίες, φεύγανε σιγά-σιγά από τη ζωή. Γι’ αυτό φτιάξαμε μια ομάδα με νέα παιδιά του χωριού και βασιστήκαμε στις επαγγελματικές μας γνώσεις, ανάλογα με το τι είχε σπουδάσει ο καθένας. Ο γραφίστας έκανε την αφίσα, ο εκπαιδευτικός την έρευνα κ.ο.κ. Όλα εθελοντικά. Μέχρι και για τα γυρίσματα στην Τουρκία βασιστήκαμε στις γνωριμίες που είχαμε με νέα άτομα της περιοχής, τα οποία ανέλαβαν τα πάντα: από το να μας φιλοξενήσουν μέχρι να κάνουν το μεταφραστή. Και όταν φτάσαμε στο σημείο να χρειαστούμε χρήματα, κάναμε μια καμπάνια crowdfunding και μαζέψαμε το ποσό που χρειαζόμασταν από τους κατοίκους της Ν. Λαμψάκου-κι όχι μόνο!

WEBDOC-3

Το Lapseki είναι ένα πάρα πολύ όμορφο μέρος, που κατά διαβολική σύμπτωση μοιάζει φοβερά με την Ν. Λάμψακο. Αυτό μας εντυπωσίασε. Και αισθανθήκαμε περήφανοι για τους ανθρώπους. Όλοι μας αγκάλιασαν λες και είμαστε συντοπίτες τους και ρωτούσαν για τους παππούδες μας με ειλικρινές ενδιαφέρον.

Στην αρχή δεν ξέραμε τι θα ακούγαμε, όσο όμως ο χρόνος κυλούσε μια γλυκιά αίσθηση θαυμασμού έμενε. Πόσο άξιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Άθελα τους βρέθηκαν έρμαια σε «ξένους» τόπους, έχασαν περιουσίες, κάποιοι ακόμη και τη οικογένεια τους κι όμως στάθηκαν όρθιοι, διεκδίκησαν μια νέα ζωή και τα κατάφεραν. Ίσως γιατί ήταν άλλη η κράση τους. Όπως και να έχει όμως, κάνει μεγάλη αίσθηση το κουράγιο τους, η ενότητα που είχαν, αλλά και η περίσσεια δύναμης – παρά τις αντιξοότητες δεν αμελούσαν ούτε τη διασκέδασή τους. Και βάζεις πολλές φορές τον εαυτό σου στη θέση τους και σου φαίνεται αδιανόητο ότι εσύ θα τα κατάφερνες. Αλλά μάλλον μπορείς. Πρέπει να μην αφήνουμε κανέναν να μας πείσει ότι δεν αξίζουμε ή δεν μπορούμε να φτιάξουμε μια Νέα Ζωή και να την διεκδικούμε πεισματικά.

lapseki3

Το πιο περίεργο για μας ήταν οι ιστορίες των μουσουλμάνων προσφύγων, που έφυγαν από την Ελλάδα και έμειναν σε εγκαταλελειμμένα ελληνικά σπίτια στη παλιά Λάμψακο. Η ιστορία τους ήταν περίεργη, γιατί είχαμε μάθει από το σχολείο τη μια πλευρά μόνο της Ανταλλαγής Πληθυσμών και ξέραμε ελάχιστα για τους χιλιάδες ανταλλάξιμους μουσουλμάνους που έφυγαν από την Ελλάδα. Μας διηγούνταν ότι όταν πήγαν εκεί τους έβριζαν «Ρωμιούς», ακριβώς όπως έλεγαν τους δικούς μας τουρκόσπορους. Ότι οι μανάδες τους δεν ήξεραν να μιλούν άλλη γλώσσα εκτός από τα ελληνικά και έπρεπε να μάθουν σιγά-σιγά τούρκικα. Ότι τσιφλικάδες και μεγαλοαστοί έμαθαν να κρατάνε τσάπα και κασμά για να επιβιώσουν. Ακόμα και οι λεπτομέρειες ήταν ίδιες: το ότι οι γονείς τους μιλούσαν ελληνικά για να μην καταλαβαίνουν τα παιδιά- το ίδιο μας αφηγήθηκαν και οι δικοί μας παππούδες. Είναι συγκλονιστικό πως η -ανθρώπινη- πλευρά της ιστορίας ήταν ίδια-από όποια πλευρά του Αιγαίου και αν ακουγόταν.

lapseki-4

«Όταν όλη σου η ζωή είναι μια κρίση, πώς αναγεννιέσαι συνεχώς από τις στάχτες σου;» είναι το ερώτημα που θέτει το project «Λάμψακος».  Αναγεννιέσαι συνεχώς από τις στάχτες σου, όταν έχεις εμπιστοσύνη ότι μπορείς να τα καταφέρεις. Όχι μόνος σου, αλλά με συλλογική προσπάθεια. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν ενωμένοι. Αν δεν ήταν ενωμένοι θα ήταν τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Μόνοι τους μετέτρεψαν ένα βάλτο σε χωριό, χτίσανε σχολείο και εκκλησία, εφαρμόζοντας το πρωτοποριακό (για τη σημερινή εποχή) σύστημα της εθελοντικής εργασίας… Έζησαν δύο διωγμούς στη Μικρά Ασία, έναν Παγκόσμιο Πόλεμο κι έναν Εμφύλιο, αλλά δεν πέρασαν κατάθλιψη, γιατί είχαν μάθει να προσαρμόζονται, να στήνουν κάθε φορά μια ΝΕΑ ΖΩΗ από την αρχή και να παίρνουν μόνοι τους ότι δεν τους έδιναν. Η σημαντική διαφορά είναι ότι δεν πάλευαν απλά για την επιβίωση, αλλά διεκδικούσαν το κάτι παραπάνω: Μια νέα, καλύτερη ζωή.

Marianna says: «Μπες στην ιστοσελίδα και δες το πρώτο web documentary της Ελλάδας! Μετά, γίνε μέλος στο γκρουπ στο Facebook, ακολούθησέ τους στοTwitter και πέρνα μια βόλτα από το κανάλι στο YouTube» !

Νίκος Σταμπουλόπουλος | New Diaspora

Μαρία-Άννα Τανάγια

Η Αλεξάνδρα είναι στη Γαλλία και μιλάμε καθημερινά μέσω Facebook. Η Σοφία μόλις τακτοποιήθηκε στις Βρυξέλλες και με ξεναγεί στο σπίτι της μέσω Skype. Οι φίλοι μου (και οι φίλοι σου, φαντάζομαι) φεύγουν. Γιατί; Ποια είναι η άποψή τους για την κατάσταση στην Ελλάδα; Κατά πόσο προσαρμόστηκαν και ποιες σκέψεις θα ήθελαν να μοιραστούν μαζί μας; Οι παραπάνω ερωτήσεις αποτέλεσαν το ερέθισμα για τη δημιουργία μιας ανοικτής διαδικτυακής κοινότητας των Ελλήνων των εξωτερικού –των new age μεταναστών – αλλά και μιας σειράς διαδικτυακών ντοκιμαντέρ. Ο ιθύνων νους του New Diaspora, σκηνοθέτης Νίκος Σταμπουλόπουλος μας μίλησε γι’ αυτή του την πρωτοβουλία μέσω mail από την Ολλανδία.

Μαρία-Άννα Τανάγια

Storyteller: Νίκος Σταμπουλόπουλος

Δημιούργησα μια ανοικτή-διαδικτυακή κοινότητα για τους νέους Έλληνες μετανάστες του εξωτερικού. Δεν ήταν κάποια στιγμιαία απόφαση, αλλά μία μακροχρόνια δημιουργική διαδικασία, που σταδιακά περιλαμβάνει όλο και περισσότερους ανθρώπους. Πάντα με ενδιέφερε να εντάξω κάποιου είδους αφήγηση σ’ ένα διαδικτυακό περιβάλλον, όπου οι θεατές/χρήστες θα μπορούν να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση του ίδιου του έργου. Φανταστείτε έναν ζωντανό οργανισμό που παράγει ιστορίες και τις μοιράζεται. Η συγκυρία ενός μεταναστευτικού ρεύματος, του οποίου αποτελώ κι εγώ κομμάτι ήταν λίγο αυτονόητη σαν επιλογή, τη στιγμή που στην Ελλάδα η κατάσταση έχει πια ξεφύγει, διώχνοντας ολοένα και περισσότερους. Οικονομικούς μετανάστες πλέον.

ND-FINAL-LOGO-blue-M

Τα ντοκιμαντέρ πρόκειται να είναι μικρού μήκους και να διατίθενται ελεύθερα στο διαδίκτυο, αφού αυτό που μετράει είναι το να τα δει και να τα μοιραστεί ο κόσμος, κι όχι να χαντακωθούν σε κάποια μεταμεσονύκτια τηλεοπτική ζώνη. Είναι κι αυτός ένας λόγος που θέλουμε να είμαστε ανεξάρτητοι και επιλέξαμε το δύσκολο στοίχημα της μικροχρηματοδότησης (crowdfunding). Προς το παρόν έχουμε τραβήξει υλικό μόνο στην Ολλανδία. Για να ολοκληρωθεί η σειρά πρέπει να μαζέψουμε υλικό κι από άλλες χώρες, είτε αυτό σημαίνει ότι πρέπει να το κάνουμε εμείς ή να συνεργαστούμε με κάποια άλλη ομάδα συναδέλφων που ζουν στο εξωτερικό. Ήδη έχουμε δικτυωθεί με νέους κι εξίσου ανεξάρτητους ντοκιμαντερίστες που μας στέλνουν ιστορίες από την Ελλάδα. Δεν αρκεί ένας για ένα τόσο μεγάλο θέμα. Κι όλα αυτά συνεπάγονται κόστος, αφού θα μαζευτούν άπειρες ώρες υλικού, θα ξοδευτούν μήνες στο μοντάζ και παράλληλα θα πρέπει να διαχειριζόμαστε μια πλατφόρμα που όσο πάει και μεγαλώνει. Και πρέπει να συνεχίσει να λειτουργεί μέχρι η νέα ελληνική διασπορά να πάψει να είναι νέα – ή να πάψει να είναι διασπορά.

Trailer-cover-photo-011

Η δική μου ιστορία για το πώς έφυγα από την Ελλάδα είναι περίπλοκη. Ίσως την αφηγηθώ κάποια στιγμή μέσω της New Diaspora, αν και δεν θέλω να παραγίνει αυτοαναφορικό το όλο πράγμα. Η παρουσία μου στο τρέιλερ αρκεί νομίζω. Η γενική ιδέα πάντως ήταν ότι ήθελα να φύγω γιατί αυτό που έβλεπα γύρω μου δεν μου άρεσε. Και δεν εννοώ προφανώς τα βουνά και τις παραλίες. Εννοώ το μίσος, που ήδη είχε κάνει αισθητή την παρουσία του στην κοινωνία πολύ πριν ξεσπάσει επισήμως η κρίση.

Δεν θέλω να καταφύγω σε κλισέ, αλλά είναι πραγματικά συγκινητική η ανταπόκριση του κόσμου. Πέρα από το πόσο ζεστά έχουν αγκαλιάσει το εγχείρημα εκατοντάδες φίλοι, έχουν εμφανιστεί άγνωστοι άνθρωποι από το πουθενά που θέλουν να συνεισφέρουν – είτε περιεχόμενο, είτε προσωπικό χρόνο, είτε χρήματα. Γιατί κατάλαβαν πόσο σημαντικό είναι να αποκτήσουμε κι εμείς φωνή, και η φωνή μας να έχει πρόσωπο, παρόν, παρελθόν και μέλλον. Αυτή η συσπείρωση γύρω από μια διαδικτυακή εστία όπου λέμε ιστορίες οδηγεί στο να δεθεί μεταξύ της η κοινότητα, να βρει κοινά σημεία επαφής, να συζητήσει πράγματα και να οργανωθεί για να κάνει μαζί άλλα. Όπως η διεκδίκηση του δικαιώματος μας να μπορούμε να ψηφίζουμε από τον τόπο διαμονής μας – όπως σχεδόν όλος ο υπόλοιπος κόσμος.

Η εικόνα που έχουμε για τους σημερινούς μετανάστες είναι συχνά κατασκευασμένη. Για τις ανάγκες μιας αγοράς όπου πουλάει ο φτηνός πατριωτισμός και το μελόδραμα, επιλέγουμε να δείξουμε μόνο αυτά και κρύβουμε τα υπόλοιπα κάτω από το χαλί. Συμβαίνει ακόμα δυστυχώς, και έντονα μάλιστα. Και στις δύο τηλεοπτικές συνεντεύξεις που έδωσα, το βάρος έπεσε μόνο στο αν τραβάει ζόρια και ρατσισμό ο μετανάστης ή αν νοσταλγεί την πατρίδα του. Τσιμουδιά για τους λόγους που έφυγε ή για το τι πραγματικά συνάντησε εκεί που πήγε.

Τι θα έλεγα σε ένα νέο που βρίσκεται στο δίλημμα «μένω ή φεύγω»; Να το ψάξει καλά πριν δοκιμάσει κάτι. Το να το σκάσεις με ένα σακίδιο στον ώμο κι «όπου κάτσει καμιά άκρη βλέπουμε» δεν είναι βιώσιμη στρατηγική επιλογή. Ακόμα κι αν δεν σε πειράζει να δουλέψεις σερβιτόρος, αν δεν μιλάς τη γλώσσα στα περισσότερα μέρη δεν έχεις ελπίδες. Κι όχι, δε θα σε προσλάβει καμία πολυεθνική για στέλεχος έτσι και δεν έχεις εντυπωσιακά συνεπή και ανοδική πορεία στο βιογραφικό σου. Από την άλλη, το να μένει κάποιος νέος και ικανός άνθρωπος πίσω και να αρρωσταίνει από το άγχος και την έλλειψη αξιοπρέπειας δεν είναι καθόλου ηρωικό. Για να μείνεις να παλέψεις, σημαίνει ότι οι υπόλοιποι κάτοικοι της χώρας είναι αλληλέγγυοι στην προσπάθεια σου, κι όχι ότι κοιτάζει ο ένας να βγάλει το μάτι του άλλου. Που συμβαίνει και έξω βέβαια, ας μην έχουμε αυταπάτες. Απλά γίνεται πιο διακριτικά και πολιτισμένα συνήθως. Μέχρι να επέλθει ύφεση τουλάχιστον.

Ο νόστος είναι βαθιά ριζωμένος μέσα στις καρδιές όλων μας, ακόμα κι αν μας παίρνει χρόνια να το παραδεχτούμε. Έχει κάτι αυτός ο τόπος, κακά τα ψέματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι μαραζώνουμε στην ξενιτιά, αν και σίγουρα κάποιοι το βιώνουν ακριβώς έτσι. Εγώ θα ήθελα να γυρίσω κάποια στιγμή μάλλον, δε βιάζομαι όμως. Μακάρι να μην επιστρέψω μόνος μου και να υπάρξουν ευκαιρίες για να έρθουν μαζί και μερικές δεκάδες χιλιάδες ικανοί και ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι, που ξέρουν τι σημαίνει να ζεις σε μία οργανωμένη, αξιοκρατική και πολυπολιτισμική κοινωνία. Κι έχουν να προτείνουν ιδέες για το πώς μπορεί η Ελλάδα να βγει νικήτρια από αυτή την άσχημη περιπέτεια.

Marianna says: “Mάθε περισσότερα για το project στην ιστοσελίδα New Diaspora , κάνε like στο Facebook και follow στο Twitter”