Άρθρα

Διαγωνισμός | Προσκλήσεις για το live των Imam Baildi στο Fix Factory!

Οι “Imam Baildi”, επιστρέφουν στην αγαπημένη τους Θεσσαλονίκη στο Fix Factory, μετά την ασφυκτικά γεμάτη συναυλία του περασμένου Μαρτίου, με νέο υλικό στις αποσκευές τους. Νέο υλικό, νέο πρόγραμμα, ίδια ενέργεια! Σου έχουμε διαγωνισμό για 4 μονές προσκλήσεις! 

Read more

Rebetologie Trio | Το ρεμπέτικο ταξιδεύει στη Νότιο Γαλλία

Μαρία-Άννα Τανάγια

«Rebetologie Trio». Με άλλα λόγια,  Μαρία Καναβάκη,  Χρήστος Παύλης και ηΜαρία Σίμογλου. Τρεις εξαιρετικοί καλλιτέχνες που έφυγαν από την Ελλάδα και πλέον κατοικοεδρεύουν και δραστηριοποιούνται καλλιτεχνικά στη Νότιο Γαλλία προωθώντας το ρεμπέτικο τραγούδι. Πέτυχα εντελώς τυχαία την ανακοίνωση για ένα live τους στη Μασσαλία, έψαξα και βρήκα στο YouTube αποσπάσματα από εμφανίσεις τους και θεώρησα καθήκον μου να τους βρω και να μάθω περισσότερα για εκείνους. Οι απαντήσεις τους και οι σκέψεις που μοιράζονται είναι ο καλύτερος τρόπος για να τους γνωρίσεις καλύτερα κι εσύ.

Μαρία-Άννα Τανάγια

Θα ήθελα να μάθω περισσότερα για εσάς και για τους τρεις. Να μας συστηθείτε.

Λέγομαι Καναβάκη Μαρία. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Ηράκλειο της Κρήτης. Έφτιαξα βαλίτσες (κάτι πολύ μεγάλες που χώρεσαν μέσα το πιάνο και το ακορντεόν μου) για σπουδές στη Θεσσαλονίκη και μετά οι μουσικές που τριβέλιζαν το μυαλό μου με κατηφόρησαν στην Αθήνα.

Ονομάζομαι Χρήστος Παύλης. Γεννήθηκα και πέρασα τα πρώτα μου χρόνια στη Γουμένισσα Κιλκίς και αργότερα μετακομίσαμε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη. Τα χάλκινα λοιπόν, το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι, οι Pink Floyd, o BB King, o Gallagher, o Miles Davis και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο έγιναν ένας αχταρμάς μέσα στο κεφάλι μου που πρόσταζε ένα πράγμα: να ασχοληθώ με τη μουσική. Έτσι πέρασα από το “είναι μηχανολόγος (αυτό είχα σπουδάσει) και δουλεύει στο επάγγελμα του” στο “είναι μηχανολόγος αλλά δουλεύει σαν μουσικός”…

Ονομάζομαι Μαρία Σίμογλου. Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, με καταγωγές από τον Έβρο. Σε ηλικία κάπου 19-20 και μόλις είχα πάρει δίπλωμα όμποε από το κρατικό ωδείο Θεσσαλονίκης, έφυγα από την Ελλάδα για να πάω στη Γερμανία και ν’ ακολουθήσω ανώτατες σπουδές στη μουσική. Από τότε ακολούθησαν πάρα πολλά. Σπουδές στο κλασσικό τραγούδι, συνεργασίες, Γαλλία…

Ποια ήταν η πορεία σας στην Ελλάδα και με τι ασχολείστε στη νότιο Γαλλία;

Μ.Κ.: Πάντα ένοιωθα πρώτα μουσικός και μετά τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια. Συνεργάστηκα, λοιπόν, με πολλούς  γνωστούς τραγουδιστές και μουσικούς (Μ.Πασχαλίδης, Γ.Χαρούλης, H.Yazdjian, Π.Θαλασσινός, Γ.Νέγκα κ.α.) σε συναυλίες τους αλλά και στη δισκογραφία. Παράλληλα, δημιουργήσαμε με τον Χρήστο Παύλη από κοινού δύο προσωπικούς δίσκους. Το “Παράξενο τοπίο” και τις “Μικρές ατασθαλίες”.

Στη Γαλλία μετακομισαμε τον τελευταίο χρόνο και σκαρώνουμε μουσικές δικές μας, αλλά και ξανασκιτσάρουμε την παράδοση της Μεσογείου με στοιχεία σύγχρονα και πολλές φορές απρόσμενα. Πρόσφατα τα βήματά μας μάς έβγαλαν στο να σκαλίσουμε την ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού “αλλά παλαιά”…

Χ.Π.: Άρχισα να εργάζομαι και να ζω σαν μουσικός στη Θεσσαλονίκη, έχοντας πλέον σταματήσει την προηγούμενη μου απασχόληση. Αργότερα έκανα το ίδιο για κάποια χρόνια στην Αθήνα, φτιάχνοντας και τους δυο δίσκους που ανέφερε η Μαρία, ώσπου ήρθε η απόφαση για μια νέα συνέχεια στη Γαλλία. Εδώ έχουμε διάφορα projects ο καθένας ή κατά ομάδες (καλή ώρα…) που περιλαμβάνουν ενίοτε πολύ διαφορετικά είδη μουσικής.

Μ.Σ.: Ασχολούμαι με τη μουσική από τότε σχεδόν που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μουσικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, πολλά ωδεία της πόλης μου, σεμινάρια σε Ελλάδα και εξωτερικό, συνεργασίες, ηχογραφήσεις και συναυλίες που ξεκινάν από πολύ νωρίς πάνω στην κλασσική δυτική μουσική αλλά και στην ελληνική παραδοσιακή. Στη Μασσαλία όπου ζω τα τελευταία 8 χρόνια περίπου, συνεχίζω να ασχολούμαι με τη μουσική: άλλοτε να παίζω, άλλοτε να διδάσκω. Κατά καιρούς συνεργάζομαι με μια θεατρική ομάδα στην Αβινιόν.

12193451_1043433982342437_5401616294173172865_n

Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας από το μέρος; Ποιο είναι το πιο όμορφο «συν» που έχετε να καταγράψετε και ποιο το αρνητικό του;

Μ.Κ: Τα θετικά της μετακόμισης ήταν ευτυχώς αυτά που ελπίζαμε να ισχύουν όταν πήραμε την απόφαση του φευγιού…λίγο πιο λογικές συνθήκες στις οποίες να μπορέσουμε να κάνουμε αυτό που αγαπάμε…μουσική. Χωρίς να νιώθουμε τύψεις που δεν διαλέξαμε κάποιο συμβατικότερο επάγγελμα και χωρίς να σκεφτόμαστε καθημερινά τι κάνουμε λάθος και δεν μπορούμε να επιβιώσουμε…Φυσικά και δεν είναι ρόδινα κι εδώ τα πράγματα…αλλά φαίνεται να υπάρχει κάποιος στόχος να παλέψεις και να ονειρευτείς… Το αρνητικό είναι το αυτονόητο…οι ανάσες των δικών μας ανθρώπων που δεν  γεμίζουν την καθημερινότητά μας…ευτυχώς υπάρχει το skype…

Χ.Π.: Είναι μια όμορφη χώρα με εξαιρετική πολυμορφία και αρκετά μεγάλη ροπή προς την τέχνη. Το μεγαλύτερο “συν”; μάλλον το γεγονός ότι μπορούμε να κάνουμε σχέδια και να τα κυνηγάμε. Το αρνητικό, που δεν πληρώνεται ή αναπληρώνεται, είναι, όπως είπε και η Μαρία, η έλλειψη κάποιων ανθρώπων…

Μ.Σ.: Η Μασσαλία είναι ένα μέρος πολύ οικείο για κάποιον που έχει μεγαλώσει στη Μεσόγειο και τη γνωρίζει καλά. Πολλά κοινά που μπορεί να είναι το ίδιο θετικά ή αρνητικά αντίστοιχα. Ήλιος, θάλασσα και ζεστοί άνθρωποι, αλλά και μεγάλο χάος και ταλαιπωρία πάνω σε οργανωτικά θέματα. Ευτυχώς για εμάς, δυστυχώς για την Ελλάδα, υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες και ανέσεις πάνω στη δουλειά που κάνουμε (αν μπορούμε να ονομάσουμε δουλειά το να κάνεις πολιτισμό). Φυσικά και ο ρόλος της γλώσσας είναι ένα μεγάλο θέμα με το οποίο πολύ πάλεψα και παλεύω ακόμα για να συνεννοούμαι όσο το δυνατό καλύτερα. Το αν και κατά πόσο μου λείπουν οι δικοί μου άνθρωποι είναι προφανές.

Πώς προέκυψε το Rebetologie Trio; Θα ήθελα να θυμηθείτε και να μοιραστείτε μαζί μας τη στιγμή που αποφασίσατε «γιατί όχι; Ας συνεργαστούμε»!

Μ.Κ.: Με τη Μαρία και τον Χρήστο το συζητούσαμε καιρό…αγαπιόμαστε και γελάμε πολύ όταν σμίγουμε…και με τους φίλους θες να περνάς όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Κάναμε, λοιπόν, αυτό που θα έπρεπε να είναι από τους βασικούς οδηγούς μας όταν ξεκινάει μια καινούρια μουσική σκέψη….Πιάσαμε από ένα μουσικό όργανο, βάλαμε ένα τσίπουρο και κάναμε παρέα…

Χ.Π: Με τα όργανα στα χέρια για την πρoσωπική μας ευχαρίστηση και αργότερα με μισή πρόβα και λέγοντας πως τρώγοντας έρχεται η όρεξη…

Μ.Σ.: Βρεθήκαμε για καφέ και να παίξουμε ρεμπέτικα μεταξύ μας, ο καφές έγινε ρακί, το παίξιμο μεταξύ μας έγινε λίστα κομματιών και είπαμε « δε βρίσκουμε και κάνα δυο μέρη να γουστάρουν κι άλλοι μαζί μας…; »

Rebetologie, όπερ μεθερμηνευόμενον, αγαπημένα ρεμπέτικα κομμάτια ερμηνευμένα από εσάς στα ελληνικά. Ποια είναι η αντίδραση του γαλλικού κοινού;

Μ.Κ.: Το ρεμπέτικο για τους Γάλλους δεν είναι ένα οποιοδήποτε απόσπασμα της ελληνικής μουσικής παράδοσης…Το αγαπάνε ιδιαίτερα και το γνωρίζουν και σε μεγάλο βαθμό.

Χ.Π.: Το όνομα το δώσαμε με προφανή χιουμοριστική διάθεση…Οι Γάλλοι αγαπούν το ρεμπέτικο και το γνωρίζουν, άλλοι λιγότερο και άλλοι κάπως περισσότερο. Έρχονται ν’ ακούσουν με κάθε ευκαιρία και το διασκεδάζουν πολύ. Ταυτόχρονα, όμως, δεν είναι κατ’ ανάγκη “εύκολο” κοινό, έχουν μια ιδιαίτερη κριτική διάθεση: αξιολογούν τους συγκεκριμένους μουσικούς που έχουν μπροστά τους κι όχι το είδος ή το “πρόγραμμα”. Πρέπει να τους κερδίσεις με την ενέργεια και την αγάπη σου για αυτό που τους παρουσιάζεις. Και αυτό είναι κάτι που μ’ αρέσει όταν υπάρχει.

Μ.Σ.: Οι Γάλλοι όπως φαίνεται αγαπούν πολύ την ελληνική κουλτούρα, τη μουσική μας και τη χώρα μας γενικότερα. Ιδίως το κοινό που έρχεται στις συναυλίες μας, είναι κοινό « εκπαιδευμένο » και πολύ ενθουσιώδες. Στο τέλος κάθε συναυλίας, συχνά λένε ότι ταξιδεύουν μαζί μας.

Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει ιδιαίτερο στίχο. Δεν σας φόβισε το γεγονός ότι δεν είναι κατανοητός από τους γάλλους θεατές; Πώς «ξεπερνιέται» το εμπόδιο της γλώσσας σε αυτή την περίπτωση;

Μ.Κ: Προσπαθούμε κάποιες φορές να συζητάμε  αποσπάσματα των στίχων σε κάποια τραγούδια που θεωρούμε πιο σημαντικά. Σε γενικές γραμμές, όμως, ο ελληνικός στίχος δεν αποτελεί εμπόδιο. Όπως δεν αποτελεί και στην Ελλάδα εμπόδιο όταν πάμε να ακούσουμε συναυλίες καλλιτεχνών από άλλες χώρες…Δεν έχουμε την προσδοκία κάποιος πορτογάλος καλλιτέχνης να τραγουδήσει Fados στα ελληνικά, σωστά;

Χ.Π.: Το θέμα της γλώσσας υπάρχει σε όλες τις “εθνικές” μουσικές και η αντιμετώπιση από τον συνειδητοποιημένο ακροατή είναι πάνω-κάτω η ίδια. Προσπαθεί να πληροφορηθεί τα θέματα που σε γενικές γραμμές πραγματεύονται τα τραγούδια και αφήνει τα υπόλοιπα να τα αισθανθεί ακούγοντας. Έτσι, μερικές φορές η μουσική πλησιάζει στ’ αυτιά και την αντίληψή του σε είδη οργανικής (instrumental) μουσικής που απλά δεν έχουν στίχο, αλλά μπορεί να είναι το ίδιο ή και περισσότερο εκφραστικά. Όπως ειπώθηκε ήδη, το γεγονός ότι δε μιλάω αραβικά ή ισπανικά δεν με εμπόδισε να ακούσω π.χ. τη Fayrouz ή τους Buena Vista Social Club…

Μ.Σ.: Συνήθως προσπαθούμε να δίνουμε μια εικόνα για το κάθε τραγούδι στα γαλλικά. Δυο-τρεις φράσεις που να περιγράφουν την ιστορία του κάθε κομματιού. Από εκεί και πέρα η ελληνική ως ξένη γλώσσα εδώ είναι τόσο εμπόδιο όσο για κάποιον Έλληνα που ακούει ένα τραγούδι γαλλικό ή ιταλικό ή ισπανικό χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα.

Τι το σπουδαίο και συναρπαστικό βρίσκετε στο ρεμπέτικο τραγούδι; Ποιος είναι ο λόγος που εξακολουθεί και συγκινεί το κοινό;

Μ.Κ.: Νομίζω η απλότητα και η αμεσότητα της μουσικής και των στίχων τους…και εννοείται όλη η ιστορία που κουβαλούν.

Χ.Π.: Η αλήθεια του. Χωρίς πολλά-πολλά, είναι όσο αληθινό και δυνατό είναι το flamenco ή τα blues.

Μ.Σ.: Η αμεσότητα, η απλότητα και η αλήθεια που κρύβονται μέσα σ’ αυτά τα τραγούδια αγγίζουν απ’ ευθείας την καρδιά. Όσο κοινότυπο κι αν ακούγεται, είναι αλήθεια και ο βασικός λόγος πιστεύω για τον οποίον πολλοί άνθρωποι αγαπούν αυτήν τη μουσική. Το σπουδαίο είναι ότι πια είναι μέρος της ιστορίας μας και της ζωής μας.

Ποιο είναι το δικό σας αγαπημένο ρεμπέτικο, που όταν το τραγουδάτε συγκινείστε πάντα;

Μ.Κ.: Το μινόρε της ταβέρνας του Π.Τούντα…Σα να με χτυπάει ηλεκτρικό ρεύμα κάθε φορά…

Χ.Π.: Αυτό έχει να κάνει και με προσωπικές ιστορίες και βιώματα…Το “Σα μαγεμένο” του Μπαγιαντέρα…και η “Δροσούλα” του Τσιτσάνη, γιατί μιλάει για κάποιο πρόσωπο, το Σιδέρη, που ήταν ας πούμε μακρινός μου συγγενής, θείος του πατέρα μου.

Μ.Σ.: Πάρα πολλά. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα. Από πολλές και διαφορετικές περιόδους, από πολλούς και διαφορετικούς δημιουργούς. Δεν μπορώ να συγκρίνω. Κι αν αρχίσω να αναφέρω ονόματα και τίτλους θα το χάσω στο τέλος, αλλά ξέρω ότι είναι σίγουρα πάρα πολλά.

Ποια ιστορία που έχει σχέση με το ρεμπέτικο σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση και θα θέλατε να τη μοιραστείτε μαζί μας;

Μ.Κ.: Το ρεμπέτικο είναι γεμάτο μικρές μυστικές ιστορίες…αρκεί να κάνεις μία καλή ανάγνωση στους στίχους κι όλα αποκαλύπτονται.

Χ.Π.: Δεν έχω πολλά, μόνο τις ιστορίες που μου είχε διηγηθεί ο πατέρας μου, π.χ.  για την παρέα των τριών στη Θεσσαλονίκη: Τσιτσάνης, Σιδέρης, Δαλαμάγκας, έπαιρναν ένα βαρκάκι και ανοίγονταν στο Θερμαϊκό για κουβέντα…γύριζαν το βράδυ.

Μ.Σ: Για τον ίδιο λόγο που δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα τραγούδι ως αγαπημένο δεν μπορώ να αναφέρω και μία μοναδική ιστορία σχετική μ’ αυτό. Όλα τα ρεμπέτικα τραγούδια μιλούν για μια ιδιαίτερη ιστορία που φωτογραφίζει κάθε φορά το μέρος, τους ανθρώπους, την εποχή…

Θα ήθελα να μοιραστείτε μαζί μας κάποια συναισθήματα απ’ την πρόσφατη εμφάνισή σας στο “Le Funiculaire” στη Μασσαλία.

Μ.Κ.: Χαμόγελα. Ικανοποίηση. Παιδική χαρά.

Χ.Π.: Ήταν όμορφα. Γιατί ήταν ακριβώς σα να παίζαμε στο σπίτι. Καλαμπούρι, τραγούδι…

Μ.Σ.: Αγαπημένοι μας άνθρωποι και πολλοί άγνωστοι, να μοιραζόμαστε όλοι μαζί την ίδια χαρά, χωρίς να μιλάμε την ίδια γλώσσα. Εξαιρετική η δύναμη της μουσικής στο να φέρνει ανθρώπους από διαφορετικούς κόσμους τόσο κοντά.

Δεν μπορώ να μην σας ρωτήσω για τις σκέψεις σας σχετικά με τις επιθέσεις στο Παρίσι. Πώς βιώνουν την «απειλή» στην περιοχή, τι συζητάτε στις παρέες με τους Γάλλους;

Μ.Κ.: Βιώνουμε διαφορετικές σελίδες της ιστορίας παντού, όχι μόνο στη Γαλλία…αλλάζουν τα δεδομένα μας…Όλοι είμαστε μαγκωμένοι, προβληματισμένοι…τροφή για σκέψη. Αυτό νομίζω ότι θέλω να κρατήσω από αυτά…να μάθω να ταΐζω μόνη μου και περισσότερο το μυαλό μου…να σκεφτώ αλλιώτικα.

Χ.Π.: Είναι άλλη μια ιστορία που έχει να κάνει με την αγριότητα της ανθρώπινης φύσης. Ένα ακόμα παιχνίδι σκάκι των “ισχυρών” που πληρώνουν ως συνήθως οι αμέτοχοι και οι αθώοι από όποιο σημείο του πλανήτη κι αν προέρχονται.

Οι υγιώς σκεπτόμενοι Γάλλοι, και είναι πολλοί, προσπαθούν να καταλάβουν τι φταίει, ποιος φανατίζει ποιον, ποιος οπλίζει ποιον…ξέρουν άτι ο φανατισμένος με οτιδήποτε, από θρησκεία μέχρι ιδεολογία και ποδοσφαιρική ομάδα, αφήνει εκ των πραγμάτων το μυαλό του να ατροφήσει…και γίνεται ιδανικό εργαλείο στα χέρια των επιτήδειων. Προσπαθούμε όλοι να καταλάβουμε με τι είδους φως θα υποχωρήσει περισσότερο το σκοτάδι.

Μ.Σ.: Αυτό που λες « ως εδώ, φτάνει πια ».  Και όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Κουράγιο, υπομονή, δύναμη, αλληλεγγύη και συντροφικότητα. Είναι τεράστια η κουβέντα αν θέλουμε να το αναλύσουμε περισσότερο. Η σωστή εκπαίδευση και ο σεβασμός στον πολιτισμό είναι πάντως η απειλή γι’ αυτούς που μας απειλούν. Και οι ίδιοι άλλωστε εκεί στοχεύουν. Μεγάλη κουβέντα. Ας τ’ αφήσουμε καλύτερα εδώ προς το παρόν.

Ποια ιστορία σχετικά με κάποια εμφάνισή σας θα θυμάστε για πάντα και δεν βαριέστε να τη διηγείστε στους φίλους σας;

Μ.Κ.: Αυτά μένουν μεταξύ φίλων, δεν νομίζεις; Κάτι σαν το Las Vegas…Ας μην εκτεθούμε τελείως….

Χ.Π.: Αυτά τα πράγματα είναι ανεξάντλητα, ιδίως μεταξύ των μουσικών…για παράδειγμα μπαίνεις στην Καλαμπάκα για να πας για πρόβα ήχου και πληροφορείσαι τηλεφωνικά οτι έγινε ένα μικρό  (;) λάθος και παίζεις τελικά στην Καλαμάτα…

Μ.Σ.: Πολλά τα ευτράπελα που γίνονται και πολλές οι ιδιαίτερες στιγμές, όλες διαφορετικές μεταξύ τους. Θα μπορούσα ν’ αναφέρω κι από κάτι για κάθε μία εμφάνιση.

Πού, πότε και με ποιες συνθήκες θα γινόταν το ιδανικό live για εσάς;

Μ.Κ: Δεν υπάρχει το ιδανικό live…Αυτή είναι η αγωνία αλλά και η κινητήριος δύναμη των καλλιτεχνών, θαρρώ. Αν μπορούσα όμως να βάλω κάποιες συνιστώσες στο παιχνίδι, θα έλεγα καλή παρέα, καλή μουσική και κοινό που να σέβεται και να κρίνει την κάθε στιγμή μας καλοπροαίρετα…ακόμα κι αν η κριτική αυτή δεν είναι υπέρ μας.

Χ.Π.: Δεν υπάρχει μάλλον τρόπος να περιγραφούν με κάποια ακρίβεια αυτές οι συνθήκες…μπορεί να προκύψει εξαιρετικό live με πολλούς και απολύτως διαφορετικούς τρόπους. Γενικά, ένας καλός δείκτης είναι ο βαθμός αλληλεπίδρασης και ο συντονισμός με τους ακροατές…αλλά όχι μόνο.

Μ.Σ.: Δεν ξέρω αν υπάρχει το ιδανικό live. Κάθε παίξιμο έχει και τα  δικά του χαρακτηριστικά και έτσι τελικά φτιάχνονται στιγμές και ιστορίες αξέχαστες για εμάς και τους ανθρώπους που είναι μαζί μας στη σκηνή ή κάτω από τη σκηνή.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Μ.Κ.: Παραστάσεις, ηχογραφήσεις και ρακοποσίες…

Χ.Π.: Πολλά μικρά, κι ένα μεγάλο: να συνεχίσω να ζω σαν καλλιτέχνης.

Μ.Σ.: Τα επόμενα σχέδια είναι να είμαστε καλά και υγιείς για να μπορούμε να κάνουμε επόμενα σχέδια

Και, τέλος, ποιο είναι το πιο τρελό σας όνειρο για το μέλλον;

Μ.Κ.: Να παραμείνω υγιής και δημιουργική ως τα βαθιά γεράματα…

Χ.Π.: Δεν είναι εξυπνακίστικο, αλλά…να συνεχίσω να ζω απλά και ταπεινά, σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης.

Μ.Σ: Να μπορώ επιτέλους να διακτινιστώ. Πολλά τα ταξίδια, τα αεροπλάνα, τα τρένα, τα πάνε-έλα… Καλομελέτα κι έρχεται όμως. Μπορεί να μην είμαι πια σ’ αυτόν τον κόσμο για να το ζήσω, αλλά είναι σίγουρα στα σκαριά να γίνει.

 

Marianna says: «Μπορείς να παρακολουθείς τους Rebetologie Trio στη Fan Page τους στο Facebook και να βλέπεις αποσπάσματα από live τους στο κανάλι τους στο YouTube».

Γιώργος Χρανιώτης |  Μια ιστορία για ένα ξεχωριστό «τάμα» στη Βραζιλία

Μαρία-Άννα Τανάγια

Τα φώτα σβήνουν. Η «ώρα του Διαβόλου», ένα έργο του Φερνάντο Πεσσόα από τα νεανικά του χρόνια, αρχίζει. Εκείνος, ως διάβολος συναντά και αποπλανεί τη Μαρία. Σε μια παραληρηματική, σχεδόν, κατάσταση αναμετράται με αλήθειες που αφορούν στη ζωή, το θάνατο και τον έρωτα. Τους παρακολουθώ καθηλωμένη, όπως και οι υπόλοιποι θεατές. Τα φώτα ανάβουν, το χειροκρότημα σ’ εκείνον και στην εξίσου ταλαντούχα Τίνα Λεονωρά είναι παρατεταμένο.

Η παράσταση τελείωσε, η κουβέντα μας αρχίζει. Αναπόφευκτα, στο επίκεντρο είναι το πρόσφατο σκηνοθετικό έργο του Γρηγόρη Αποστολόπουλου, στο οποίο όπως μου τονίζει είπε αμέσως το ναι, «χάρη στη δυσκολία του. Ο τρόμος που αισθάνθηκα ήταν εκείνος που με ώθησε να δεχτώ. Με τον Γρηγόρη γνωριζόμαστε 15 χρόνια και από πέρσι συζητάμε να δουλέψουμε μαζί. Είμαι τόσο ευτυχισμένος που το ζω αυτό». Η συζήτησή μας «ταξιδεύει» συνειρμικά σε άλλες θεατρικές του στιγμές όπως η ευτυχής συνύπαρξη του στη σκηνή με την Αντιγόνη Βαλάκου, η γνωριμία και η φιλία του με τον Μηνά Χατζησάββα, το surfing που τόσο αγαπά, η Τήνος, τα ταξίδια. Τα ταξίδια.  Και κάπου εκεί του ζητώ ν’ αφηγηθεί μια ιστορία που θέλει να μοιραστεί. Και ως εκ «θαύματος» επιλέγει να μου αφηγηθεί μια ιστορία που αρχίζει με αφορμή μια ερωτική απογοήτευση και καταλήγει σ’ ένα λυτρωτικό «τάμα». Όπως άλλωστε μου εξηγεί, επενδύει στα τάματα, όχι απαραίτητα με το θρησκευτικό τους συμβολισμό. «Λέω μέσα μου ότι πρέπει να κάνω αυτό, για να γίνει κάτι. Και κινούμαι πάντα με σεβασμό στις συμπαντικές αόριστες οδηγίες που μου δίνουν δύναμη». Ο λόγος σ’ εκείνον…

Μαρία-Άννα Τανάγια

«Το 2007, μετά από μια πολύ έντονη ερωτική απογοήτευση, αποφασίζω να τα μαζέψω και να πάω στη Βραζιλία για τρεις μήνες, μόνος μου. Βρίσκομαι στο χωριό Capão, ένα μέρος όπου μαζεύονταν διάφοροι περιηγητές, αλλά και τύποι που έκαναν trekking μέσα στα βουνά. Ακούω φωνή Ελληνίδας, γνωρίζω την Ιωάννα, μια απίστευτη Θεσσαλονικιά και πολύ αξιόλογο παιδί που κάνει aerial show με πανιά.

Εκείνη μου αναφέρει την Chapada Diamantina, μια διαδρομή που διαρκεί τέσσερις με πέντε μέρες, την κάνεις με οδηγό, παίρνεις μαζί σου προμήθειες και σκηνή, διότι ζεις κυριολεκτικά μέσα στα βουνά και μακριά από τον πολιτισμό.

Ενθουσιάζομαι και αποφασίζω να το κάνω. Γνωρίζω μια παρέα Ισπανών, μαζευόμαστε πέντε-έξι άτομα, συζητάμε για τη διαδρομή και μου λένε πως δεν χρειάζεται να πάρουμε ξεναγό, καθώς γνωρίζουν αυτή τη διαδρομή.

Ξεκινώντας νωρίς το πρωί, φτάνουμε σ’ ένα σημείο στο τέλος του χωριού και ανεβαίνουμε από μία τρομακτικά απότομη πλαγιά, χωρίς σκοινιά.

Η περιήγησή μας συνεχίζεται χωρίς απρόοπτα: Κατασκηνώνουμε όπου βρούμε, μαγειρεύουμε ή τρώμε φρούτα και ξηρά τροφή και απολαμβάνουμε το οργιώδες και παρθένο τοπίο που μας προσφέρει απλόχερα η φύση.

Την τέταρτη μέρα,  φτάνουμε σ’ ένα χωριό το οποίο έχει μόνο ένα σπίτι. Βρίσκεται πολύ μακριά από οτιδήποτε θυμίζει «πολιτισμό», είναι κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά, μη προσπελάσιμο, χωρίς δρόμο, φτάνεις παρά μόνο με τα πόδια.

Εκεί, μας υποδέχεται η μία και μοναδική οικογένεια που ζει στο σπίτι και μας φιλοξενεί με τον πιο υποδειγματικό τρόπο. Πρόκειται για μια ήσυχη οικογένεια άγιων ανθρώπων που ζουν πραγματικά μακριά από τον πολιτισμό. Το διαπίστωσα όταν έδειξα στη «μαμά» μια φωτογραφία που απεικονίζει θάλασσα κι εκείνη με κοιτούσε απορημένη, καθώς δεν είχε δει ποτέ της θάλασσα, ούτε καν σε φωτογραφία.

Παρά την τόσο εγκάρδια φιλοξενία τους, οι συνοδοιπόροι μου, αρχίζουν να πίνουν και να καπνίζουν, με αποτέλεσμα να κάνουν πάρα μα πάρα πολύ θόρυβο. Νέοι, μεθυσμένοι, μαστουρωμένοι, δεν αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να σεβαστούν την ησυχία του μέρους και την υποδοχή που μας επεφύλαξαν αυτοί οι άνθρωποι.

Την επόμενη μέρα ξυπνάω εκνευρισμένος μαζί τους και αποφασίζω να τελειώσω τη διαδρομή μόνος μου. Παρατάω κάποια τροφή σε εμφανές σημείο για να το βρουν στο γυρισμό και κρατάω μόνο μία μπανάνα. Πληροφορούμαι από έναν περαστικό ότι πρέπει να περπατήσω 28 χιλιόμετρα για να επιστρέψω στο Capão.

Ήταν 10 το πρωί. Επιταχύνω το βήμα μου γιατί δεν ήθελα να πετύχω την παρέα μου. Συνεχίζω την πορεία μου,  εκστασιασμένος από τη φύση. Στο μεταξύ, έχω δει ένα μικρό φιδάκι πολύχρωμο, σχεδόν κόσμημα,  το οποίο έμαθα εκ των υστέρων ότι είναι δηλητηριώδες. Ξαφνικά, συννεφιάζει και όπως προμηνύεται ο καιρός θα χαλάσει πολύ. Σκέφτομαι να στήσω την αδιάβροχη σκηνή μου και να ξεκινήσω την άλλη μέρα το πρωί.

Εκείνη τη στιγμή μου γεννιέται η εξής σκέψη: «Αν δεν στήσω τη σκηνή και αν καταφέρω να τελειώσω αυτή τη διαδρομή την ίδια εκείνη μέρα, θα ξεπεράσω την ερωτική απογοήτευση που είχα».

Κυριευμένος από το θάρρος της ιδέας μου συνεχίζω τη διαδρομή υπό αντίξοες συνθήκες: Βαθύ σκοτάδι, καταρρακτώδης βροχή κι εγώ καλυμμένος με ένα αδιάβροχο και έναν μικρό φακό. Η μόνη μου σκέψη είναι μία: «Χριστέ μου, μην χρειαστεί μέσα στη νύχτα και με τέτοια βροχή να κατέβω εκείνη την απίστευτη ανηφόρα που ανεβήκαμε όταν ξεκινήσαμε. Ας υπάρχει άλλος δρόμος».

Φτάνοντας σ’ εκείνο το σημείο, συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Αρχίζω να την κατεβαίνω, ενώ συνεχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς και να μη βλέπω στην ουσία τίποτα. Θυμάμαι να πέφτω, να γλιστράω, αλλά να μην πτοούμαι γιατί σκεφτόμουν:  «το κάνω για να λυτρωθώ, γιατί πρέπει να τελειώσω τη διαδρομή μου».

Η συνέχεια θυμίζει λίγο ταινία: Κατεβαίνοντας πετυχαίνω ένα σπίτι, μου ανοίγουν δύο γιαγιάδες, συνεννοούμαι υποτυπωδώς στα πορτογαλικά και δέχονται να με φιλοξενήσουν. Φυσικά, δεν έχω ηρεμήσει ακόμα παρά την κακή μου κατάσταση. Σκέφτομαι ότι δεν έχω ολοκληρώσει τη διαδρομή. Ότι πρέπει να φτάσω ακριβώς στο σημείο από όπου ξεκίνησα διότι μόνο έτσι θα την ξεπεράσω.

Φτάνοντας ξανά στον πολιτισμό, ανακτώ τις δυνάμεις μου μ’ ένα καυτό μπάνιο. Και συνειδητοποιώ πόσο πεινάω. Βρίσκομαι τυχαία σ’ ένα reggae party, συναντώ την Ιωάννα και της λέω: «θα φάω και θα σου τα πω όλα αναλυτικά». Νομίζω πως εκείνο ήταν το πιο ωραίο φαγητό που δοκίμασα ποτέ στη ζωή μου».

12294643_899616970107819_1337770660364923278_n

Marianna says: «Ο Γιώργος Χρανιώτης συμμετέχει στο καλλιτεχνικό σχήμα ή ορθότερα στην Απελευθερωτική Οργάνωση Klein Mein και μπορείς να τους απολαύσεις κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο El Convento del Arte στην Αθήνα. Από Τετάρτη έως και Κυριακή, πρωταγωνιστεί στο έργο «Η ώρα του Διαβόλου» στο θέατρο Αριστοτέλειον στη Θεσσαλονίκη, ενώ συνεχίζει τα live με την μπάντα του Imitate Your Mother (Hint: Τρίτη 29 Δεκεμβρίου θα τους απολαύσεις στη Μαύρη Τρύπα). Τέλος, διδάσκει στο Θέατρο των αλλαγών»

Crossover Megaro: OI 2L8 στο μπαρ του Μεγάρου | Κέρδισε 2 διπλές προσκλήσεις!

Το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης ολοκληρώνει τη φετινή έκδοση του Crossover, του νέου θεματικού κύκλου συναυλιών που δίνει βήμα στην «άλλη» μουσική προσφέροντας μουσικές εμπειρίες, με ένα εορταστικό live στο μπαρ του Μ2, στον πρώτο όροφο του εντυπωσιακού φουαγιέ με θέα τη θάλασσα.

Read more

Crossover Megaro | Photoreportage από το live των Plastic Flowers!

Η Χρύσα και ο Θωμάς κέρδισαν από μία διπλή πρόσκληση για να παρακολουθήσουν τη δεύτερη συναυλία του Crossover στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Μόνη τους υποχρέωση να βγάλουν 2 φωτογραφίες από το live των Plastic Flowers και να τις στείλουν ως «ανταπόκριση» στο publiSHIT. Τελικά, έστειλαν 15 (!) και ιδού το φωτορεπορτάζ τους από αυτή τη μαγική μουσική εμπειρία!

 

Read more