H ασφάλειά μας είναι θέμα ταμπού

Μια ληστεία. Δύο λευκοί κι ένας μαύρος. Διάλεξε τους ρόλους. Πριν το κάνεις αυτό, επίτρεψέ μου να σου διηγηθώ το σενάριο.

Ημερομηνία: Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020, γύρω στις 14:00

Τόπος: Στάση Palais Royal Musée du Loure, Παρίσι

Κείμενο: Στεφανία Τσακιράκη

Πρωταγωνίστρια εγώ και φεύγω χαρούμενη από το μουσείο του Λούβρου. Μιλάω στο τηλέφωνο, ανεβαίνοντας τα τελευταία σκαλιά για να πάρω το μετρό και να επιστρέψω έτσι κουρασμένη κι όμορφα γεμάτη στο σπίτι μου. Ξαφνικά νιώθω ένα μικρό κι αδιάφορο τράβηγμα στα μαλλιά μου (σαν να κόλλησαν μερικές τρίχες στο φερμουάρ, μην πάει ο νους σου στο κακό). Γυρίζω και βλέπω έναν νεαρό λίγα σκαλιά πιο κάτω από εμένα να είναι γυρισμένος, σαν να το ξανασκέφτηκε και λέει να μην πάρει το μετρό. Παρότι μπορώ να δω μονάχα τη πλάτη του μου φαίνεται αμήχανος και λίγο περίεργος. Πιάνω την τσάντα μου για να βεβαιωθώ πως όλα είναι εντάξει. Δυστυχώς δεν είναι. Η τσάντα μου είναι ανοιχτή. Κατεβαίνω τα σκαλιά πίσω του ψάχνοντας το πορτοφόλι μου. Συνειδητοποιώ πως το πορτοφόλι λείπει ακριβώς τη στιγμή που ο νεαρός στρίβει τη γωνία κι αρχίζει να τρέχει. Τρέχω πίσω του κι αρχίζω να φωνάζω «Σταματήστε τον», «Βοήθεια».

Στο νέο διάδρομο με σκάλες που τρέχουμε υπάρχουν 5 άνθρωποι. Οι δύο τετράδες, γυρίζουν να κοιτάξουν με αντιδράσεις «ω την καημένη» και συνεχίζουν το δρόμο τους. Ο μοναδικός που έρχεται να με βοηθήσει είναι ο πέμπτος που δεν ξέρω καν από πού εμφανίστηκε, ίσως άκουσε τις φωνές μου κι έτρεξε από πίσω μου για να με βοηθήσει. Μέχρι να έρθει δίπλα μου ο άγνωστος, ο κλέφτης σταματάει και μου λέει με θράσος να σταματήσω να φωνάζω και να πάω να πάρω το πορτοφόλι μου που τρέχοντας πέταξε (κι εγώ δεν είχα πάρει είδηση-μπορεί το ένστικτό μου να αποφάσισε να παίξει τον Σέρλοκ Χολμς εν δράσει, αλλά η παρατηρητικότητά μου αυτή τη στιγμή είναι στα κατώτερα όρια, όπως καταλαβαίνεις).

Ο άγνωστος έρχεται δίπλα μου και με ρωτά τι συμβαίνει. Του λέω πως μου έκλεψε το πορτοφόλι. Ο κλέφτης επαναλαμβάνει πως το πέταξε πίσω του. Οι συνάψεις στο εγκέφαλό μου γίνονται επιτυχώς και συνειδητοποιώ πως πράγματι το πορτοφόλι μου είναι πεταμένο. Ζητώ από τον νεαρό άγνωστο και απαιτώ από τον κλέφτη να έρθουν μαζί μου για να βεβαιωθώ πως όλα είναι μέσα στο πορτοφόλι μου. Έτσι και είναι.

Προσπαθώ να συνέλθω και βλέπω τον άγνωστο να ρωτά με μια αληθινή ψυχική ευγένεια τον κλέφτη «γιατί το κάνεις αυτό; Δεν πρέπει να το κάνεις». Δεν καταλαβαίνω καν τι απαντάει ο κλέφτης και προσπαθώντας να ηρεμήσω λέω κι εγώ κάτι του τύπου: «Δεν πρέπει να το κάνεις αυτό. Θα μπορούσα να καλέσω την αστυνομία». Μεταξύ μας, ποια αστυνομία να καλέσω. Δε θυμάμαι καλά-καλά το όνομά μου τώρα, θα καλέσω και την αστυνομία; Ή θα αντέξω να μείνω περισσότερο στη συντροφιά του ανθρώπου που μπήκε στη ζώνη ασφάλειάς μου με το έτσι θέλω; Κάτι πρέπει να πω κι εγώ όμως, μάλλον.

Ο νεαρός λέει στον κλέφτη να φύγει και μένει λίγο μαζί μου, λέγοντάς μου πως πρέπει να προσέχω. Να έχω την τσάντα μου πάντα μπροστά, όπως πράγματι είχε εκείνος. Τον ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου που ήταν εκεί για εμένα και τον χαιρετώ.

Όπως καταλαβαίνεις, το κουράγιο μου κάπου εδώ τελειώνει. Κάθομαι στα γόνατά μου για ν’ αφήσω όλη αυτή την ένταση να κυλήσει από μέσα μου. Ο νεαρός μόλις που πάει να στρίψει τη γωνία με βλέπει κι επιστρέφει για να βεβαιωθεί αν είμαι καλά. Τον ευχαριστώ και πάλι λέγοντάς του πως απλά χρειάζομαι λίγο χρόνο για να ηρεμήσω.

Αυτή ήταν η μικρή μου ιστορία κι έφτασε η ώρα της διανομής των ρόλων. Όπως είπαμε: δύο λευκοί, ένας μαύρος και μια ληστεία.

Θέλω να παίξουμε αυτό το παιχνίδι γιατί σε όσους διηγήθηκα αυτήν την ιστορία, μια από τις πρώτες ερωτήσεις ήταν: «Πώς ήταν ο κλέφτης»;

Διανομή λοιπόν:

Κλέφτης-νεαρός κοντά 25 χρονών, με ωραιότατα ρουχαλάκια, μαλλί περιποιημένο, ξανθό-ξανθό και κατάλευκος στο δέρμα.

Νεαρός (που ήρθε από το πουθενά να με βοηθήσει)-της ίδιας ηλικίας, πιο αθλητικό και καθημερινό στυλ, μαύρα κοντά μαλλιά και μαύρο δέρμα.

Ορίστε λοιπόν η διανομή της μικρής μας ιστορίας. Ευτυχώς η ζωή δεν έχει τόσο μπανάλ φαντασία όσο οι ταινίες ή οι ειδήσεις της τηλεόρασης.

Παρότι ευχαρίστησα πολλές φορές τον νεαρό, σκεφτόμουν όταν γύρισα στο σπίτι: Άραγε αν εκείνη την ώρα ερχόταν πράγματι η αστυνομία και μας έβλεπε πάνω στην ταραχή, σε ποιόν θα πήγαιναν πρώτα; Εκεί πάνω θυμήθηκα το εξαιρετικό βιβλίο της Jodi Picoult: «Μικρά, σημαντικά πράγματα» το οποίο μιλάει για το πόσα πράγματα απαγορεύεται να κάνει ένας «μαύρος» για να μη βρεθεί άδικα νεκρός (όπως το να ξεχάσει τα κλειδιά του και να προσπαθήσει να πηδήξει από το μπαλκόνι του διπλανού διαμερίσματος στο δικό του για παράδειγμα), ή φυλακισμένος, ή χτυπημένος.

Δε θέλω να σου κάνω διάλεξη περί ρατσισμού, ούτε να πέσω σε κοινοτυπίες του αντίστροφου ρατσισμού. Δε λέω πως όλοι οι μαύροι είναι καλοί κι όλοι οι λευκοί κακοί. Απλά λέω πως και το αντίθετο δεν γίνεται να ισχύει. Είμαστε στο 2020, είναι δυνατόν ο πιο εύκολος τρόπος για να χαρακτηρίσουμε κάποιον να είναι το χρώμα του; Αν με βοηθούσε κάποιος λευκός θα έλεγα «ευτυχώς ήρθε ένα παλικάρι», τώρα που με βοήθησε ένας μαύρος γιατί να πω «ευτυχώς ήρθε ένας μαύρος» ή για να νομίζω πως είμαι λιγότερο ρατσίστρια να πω «ευτυχώς ήρθε ένας μαυρούλης»;

Ναι είμαι ρατσίστρια, είσαι ρατσιστής, είμαστε ρατσιστές. Γιατί ζούμε σε μια τέτοια κοινωνία. Στην κοινωνία που είναι φτιαγμένη για λευκούς και λέει πως «δεν έχει πρόβλημα» με τους μαύρους. Και ξεκινάει προτάσεις με το «δεν είμαι ρατσιστής, αλλά…». Δεν υπάρχει «αλλά», αν θέλεις να πάψεις να είσαι ρατσιστής ξεκίνα να συμπεριφέρεσαι σαν ανθρωπιστής. Γιατί ελπίδα υπάρχει όσο υπάρχουν Άνθρωποι. Ο φύλακας άγγελός μου δεν είχε ξανθά μαλλιά ούτε λευκό δέρμα. Είχε μια ευγενική ψυχή κι αυτό ήταν το μοναδικό που χρειαζόμουν δίπλα μου εκείνη τη στιγμή. Κι αυτά τα λόγια, παρότι δε θα τα διαβάσει ποτέ είναι το λιγότερο που θα μπορούσα να κάνω για τη συναισθηματική ασφάλεια που μου προσέφερε με την παρουσία του. Ως άνθρωπος προς άνθρωπο.

Marianna says: «Ακολούθησε όλες τις περιπέτειες της Στεφανίας στο Instagram της.

Feature photo: Η φωτογραφία προέρχεται από έργο του Bansky.