Σκέψεις περί προσφυγιάς

1987, καλοκαίρι. Εν μέσω κρίσης «Σισμίκ» και με το ενδεχόμενο επιστράτευσης ορατό, ο πατέρας μου μαθαίνει fast track στη μάνα μου να οδηγεί για να φύγουμε πίσω από τα βουνά μακριά από τη γραμμή μαχών (1,5χλμ από το σπίτι, μη νομίζετε), όπου θα βρισκόταν ο ίδιος.

Σκέψεις: Ιωακείμ Βράβας 

Οι μνήμες της επιστράτευσης και της μίνι μετακίνησης από το Σουφλί στα πολύ ορεινά χωριά και οι ρίψεις τουρκικών βλημάτων δίπλα στα σπίτια ήταν ακόμη νωπές, του 1974. Μια εικόνα μου έχει μείνει έντονα: Δύο κούτες μέσα στο σαλόνι με τα βασικά τρόφιμα για τον πρώτο καιρό. 5 χρονών, θυμάμαι ακόμη τον φόβο και τη δύναμη, μιας ευτυχώς ματαιωθείσας επιχείρησης.


Αυτό είναι και το πλησιέστερο βιωματικό σε «προσφυγιά». Δε συγκρίνεται η κλίμακα, αλλά αυτή η μηδαμινή εμπειρία θα με ταυτίζει διαρκώς με αυτόν που ξαφνικά μπορεί να αναγκαστεί να τρέξει για το πουθενά, κυνηγημένος.

1996, χειμώνας. Τα στρατιωτικά τζιπ ακούγονται μεταμεσονύχτια πάνω στον πάγο να μαζεύουν εθνοφύλακες από τα σπίτια, όσο η Ελλάδα έβλεπε Mega. Αντηχεί ακόμη στ’αυτιά μου με παραλυτική ακρίβεια, αυτός ο προάγγελος πολέμου.

Αν πιστεύετε ότι ο πόλεμος και η προσφυγιά είναι μακριά, δεν έχετε συναίσθηση της γης στην οποία μεγαλώνετε. Αν βλέπετε τον πρόσφυγα ως κάτι άλλο από την προβολή του εαυτου σας, δεν έχετε συναίσθηση της οικογενειακής σας ιστορίας.

Αν θέλετε quotas, φέρτε στο νου σας τον συγκλονισμό σας από τις ιστορίες των πλοίων που δε δεχόταν την επιβίβαση άλλων Σμυρνιών και αναλογιστείτε πως συνηγορήσατε και συνηγορείτε στο χτίσιμο φράχτη, στον δρόμο όπου οι Ανατολικοθρακιώτες και Πόντιοι παππούδες σας διαβήκαν προς την Ελλάδα.